Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

Ευκαιρίες

  Βιάζομαι πολύ. Τα καταστήματα δε θα είναι ανοιχτά για πολλή ώρα ακόμα και εγώ πρέπει να προλάβω τα τελευταία Χριστουγεννιάτικα ψώνια. Επιταχύνω το βήμα μου και τη στιγμή που ελπίζω να μην ξεκινήσει να βρέχει νιώθω την πρώτη ψιχάλα στα φρεσκολουσμένα μαλλιά μου. Νευριάζω με τον καιρό, με την έλλειψη ελεύθερου χρόνου μου, με τους περαστικούς που χαμογελούν, καθώς κάνουν την βόλτα τους και κρατούν μαλλί της γριάς ή ψητά κάστανα. Νευριάζω με τα παιδάκια που μπαίνουν στο δρόμο μου και εισβάλλουν με τις φωνές τους στη μουσική από τα ακουστικά μου.
  Και ξαφνικά παγώνω. Όλα τα νεύρα μου για οτιδήποτε με περιτριγυρίζει έχουν αντικατασταθεί από έκπληξή. Βρίσκεσαι μπροστά μου. Μια λίγο διαφορετική έκδοση του "εσύ" από αυτή που θυμόμουν. Με πλησιάζεις και με χαιρετάς χαμογελώντας με ένα χαμόγελο που όμως δε φτάνει μέχρι τα μάτια σου, ούτε είναι ικανό να ζεστάνει τη φωνή σου. Τα γαλάζια μάτια σου με κοιτούν παγωμένα ενώ με ρωτάς πώς περνάω.
-Εντάξει, όλα φυσιολογικά. Βιώνω τη ρουτίνα μου στο μέγιστο βαθμό. Εσύ;
-Κι εγώ, τίποτα ιδιαίτερο. 
  Σε χαιρετάω και συνεχίζω το δρόμο μου μέχρι να χαθώ από το οπτικό σου πεδίο. Κάθομαι στο πρώτο βρεγμένο παγκάκι που βλέπω μπροστά μου και σταματάω τη μουσική στα ακουστικά μου. Πλέον βιώνω στο μέγιστο τη φασαρία από τους περαστικούς, τις φωνές και τα γέλια τους, τις κόρνες των αυτοκινήτων και τα γαβγίσματα των σκυλιών που περιφέρονται στους κρύους δρόμους. Χάνομαι στους ήχους και τις μυρωδιές και επιτρέπω στον εαυτό μου να γυρίσει μερικά Χριστούγεννα πίσω. Επιτρέπω στον εαυτό μου να χαθεί για λίγο στην εποχή που κι εγώ χανόμουν στην αγκαλιά σου τέτοιες μέρες και μαζί χανόμασταν μέσα σε αυτό το πλήθος των ανθρώπων.
  Είναι λες και σε νιώθω ακόμα και τώρα να με αγκαλιάζεις, να μου τραγουδάς και να γελάω, να ετοιμαζόμαστε μαζί για να συναντηθούμε με όλα εκείνα τα άτομα που θα πρέπει μόνη μου να συναντήσω σε μερικές ώρες σε κάποια ταβέρνα. Τότε επιστρέφαμε στην πόλη μας μόνο για αυτές τις γιορτινές μέρες και περνούσαμε κάθε βράδυ όλοι μαζί. Τώρα σχεδόν όλοι μένουμε μόνιμα εδώ όμως συνεχίζουμε να είμαστε πολύ κοντά μεταξύ μας. 
  Ξαφνικά μου λείπεις. Μου λείπουν τα χείλη σου στο λαιμό μου και τα χέρια μου στο πρόσωπό σου. Περπατάω. Τα καταστήματα έχουν κλείσει πια. Πρέπει να ψάξω κάποιο πρωί για τα δώρα που ήθελα. Περπατάω πιο γρήγορα. Πρέπει να ετοιμαστώ. Μου λείπεις. Πρέπει να πάρω τηλέφωνο την Καλλιόπη να δω αν μπορεί να μου δανείσει εκείνο το ωραίο μαύρο φόρεμα για απόψε. Ξέρω ότι σου αρέσουν τα μαύρα φορέματα, αν και δε θα είσαι εκεί απόψε για να με δεις να το φοράω, να περάσεις το χέρι σου γύρω από τη μέση μου, εκεί όπου το μαύρο φόρεμα εφαρμόζει τέλεια.
  Το χέρι μου βρίσκει αντανακλαστικά το κινητό μου στην τσέπη του παλτού μου. Προφανώς κι έχω ακόμα τον αριθμό σου. Όμως εγώ είχα προσπαθήσει τα πάντα, είχα θυσιάσει μέχρι και την τελευταία στάλα εγωισμού μου, σου είχα εξηγήσει ακριβώς πόσο σε ήθελα και πόσο πίστευα ότι μπορούσα να σε κάνω ευτυχισμένο. Οπότε πρέπει να είμαι καλά με τον εαυτό μου ξέροντας ότι έχω προσπαθήσει τα πάντα. Ξέροντας ότι ήταν αποκλειστικά δική σου η επιλογή που μας οδήγησε στην ανύπαρκτη σχέση που έχουμε τώρα. Το κινητό μου ξαφνικά δονείται πάνω στο χέρι μου. Το απαντάω απευθείας χωρίς να κοιτάξω ποιος με καλεί. 
-Έλα..μίλησα με το Γιάννη πριν λίγο και τον ρώτησα γι απόψε...Και μου είπε αν θελω να έρθω μαζί σας. Η αλήθεια είναι ότι μου έχετε λείψει..Όλοι. Έχεις πρόβλημα αν έρθω;
-Εμμ όχι βέβαια..Τα λέμε το βράδυ.
  Του κλείνω το τηλέφωνο χωρίς να μπορώ να πιστέψω αυτό που μόλις συνέβη. Έχω άλλη μια ευκαιρία. Και αυτή τη φορά δεν πρέπει να κάνω καμία λάθος κίνηση.



Υ.Γ. Υπάρχουν χρυσόψαρα εδώ; απάντησε μου... Ή παραμένει πάντα μαύρος ο βυθός;..

Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2013

"Μην ακουμπάς τα έπιπλα, το λευκό είναι ευαίσθητο χρώμα, στιγματίζεται εύκολα"

Πλέον δεν κοιτάς καθρέφτες. Σου δείχνουν πολύ καθαρά τις σκιές που θέλεις να αποφεύγεις.
Βλέπεις τον εαυτό σου μόνο σε λασπόνερα στο δρόμο. Ίσως και να ήταν καθαρό νερό δηλαδή, αλλά να θόλωσε μόλις κοιτάχτηκες. Μόλις η γκρίζα αδιαφορία σου για τη ζωή αντίκρισε το νερό, την ίδια τη ζωή, η ζωή βάφτηκε γκρίζα. 
Σε περίμενα σ'ένα λευκό δωμάτιο. Είχα ετοιμάσει ένα δώρο, ήξερα πως σου άρεσαν οι εκπλήξεις. Μόλις μπήκες στο δωμάτιο κατέβασα το λευκό σεντόνι κι άφησα τον καθρέφτη να γεμίσει το δωμάτιο με τη λάμψη του. Εσύ έκλεισες βιαστικά τα μάτια σου κι έμεινες ακίνητος. 
Σε πλησίασα μα σε ένιωσα να απομακρύνεσαι ψυχικά κι ας ήσουν ακόμα εκεί σωματικά.
Δεν ήθελες να πλησιάσεις τον καθρέφτη. Δεν ήθελες να δεις τις σκιές ξανά.
Έφερα τον καθρέφτη κοντά σου. Ήταν δύσκολο να μετακινήσω το βαρύ κι ογκώδες έπιπλο, όμως το ήθελα. Έπρεπε να δεις τις σκιές, να τις αντιμετωπίσεις, να τις διώξεις, να τις απορροφήσει το λευκό δωμάτιο, κι εσύ να απορροφήσεις το λευκό χρώμα του δωματίου.
Για μένα αυτά τα χρώματα έχει η ζωή. Το τρομαχτικό λευκό κενό και το ατέλειωτο μονότονο μελαγχολικό γκρι.
Έφερα τον καθρέφτη δίπλα σου μα εσύ δεν έλεγες να ανοίξεις τα μάτια σου. Έτσι ήρθα εγώ μπροστά του. Αντίκρισα την κάθε σκιά και πληγή του εαυτού μου. Το κάθε κομμάτι μου που δεξιοτεχνικά είχα αποφύγει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Και είδα τις δικές μου σκιές να φεύγουν, να καταλαμβάνουν το δωμάτιο την ώρα που εγώ γέμιζα φως.
Πήρα το χέρι σου και βγήκαμε από το δωμάτιο. Περπατούσαμε και σιγά σιγά άνοιγες τα μάτια σου, σιγά σιγά το γκρίζο πέπλο που τα κάλυπτε άρχισε να υποχωρεί από το φως που προσπαθούσα να σου μεταδώσω. Από το φως που φόρεσα μόνο για σένα, από το φως που με τύλιξε μόνο για να διώξω τις δικές σου σκιές. 
Ένιωσα κάθε δική σου αντίδραση να σπάει.
Τα γκρίζα πέπλα σου άρχισαν να φλέγονται. 
Λίγο μετά τυλίχτηκες κι εσύ στις λευκές φλόγες που προχώρησαν στο χέρι σου, αυτό που κρατούσα.
Τώρα πια μας έχουν καταπιεί και καιγόμαστε νυχθημερόν σ'ένα αέναο λευκό κενό.
Καιγόμαστε τόσο πολύ που έχει πάψει να μας ενοχλεί η φλόγα.
Έχουμε πάψει να αντιδράμε.
Μόνο συμβιβαζόμαστε,
αγκαλιαζόμαστε,
και προχωράμε.
http://24.media.tumblr.com/e741162bef1058b881940af84d5c159a/tumblr_mgiipx2LRi1ricgg0o1_500.gif

Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

Έρχονται ώρες που όλα τα φοβάμαι, όσα θυμάμαι κι ακόμα με πονούν



Τα χέρια του κινούνταν στοργικά όταν άγγιζε το σώμα της.

Η φωνή του απέπνεε ηρεμία. 
Και ασφάλεια. 
Μα όχι τόση ασφάλεια όση της πρόσφερε η αγγαλιά του.
-Τι σκέφτεσαι; τον ρώτησε.
-Πως είμαι απογοητευμένος που αυτό είναι το πιο κοντά που μπορούν να έρθουν δύο άνθρωποι. Είναι φορές που νιώθω πως θέλω να γίνω τελείως ένα μαζί σου. απάντησε εκείνος κι εκείνη ένιωθε πως περιέγραφε ό,τι ήθελε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο εκείνη τη στιγμή.