Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

dream until, until ...?

Ονειρευόμουν, ονειρευόμουν ότι με κρατούσες, τα χέρια σου τυλίγονταν γύρω από τη μέση μου, κι εγώ ανατρίχιαζα. Ύστερα φιλούσες τη βάση του λαιμού μου και έφευγες. Με βήματα πιο απαλά απ'τον άνεμο. Δεν σ'άκουγα, μα ήξερα πως είχες φύγει. Σε ένιωθα, συνδεομασταν εγκεφαλικά ξέρεις. Μετά ξύπνησα. Ήταν από εκείνα τα όνειρα που δε θέλεις να τελειώσουν, από τα όνειρα που μόλις τελειώσουν ξανακλείνεις τα μάτια σου μήπως και συνεχιστούν. Κι όταν διαπιστώσεις ότι δεν πρόκειται ποτέ πια να συνεχιστούν, πλάθεις τη συνέχεια στο κέφαλι σου, μα ξέρεις ότι δε θα ήταν έτσι η συνέχεια, κι έτσι βαριέσαι, πετάς τις κουβέρτες και σηκώνεσαι να φτιάξεις καφέ. Από τα όνειρα που σου προκαλούν μια επιθυμία να καπνίσεις ένα από εκείνα τα τσιγάρα της σκέψης, από εκείνα τα τσιγάρα που ενώ ρουφάς αναρωτιέσαι και ενώ φυσάς τον καπνό απελπίζεσαι.Μετά σβήνεις ξαφνικά κι αποφασιστικά το τσιγάρο στο σταχτοδοχείο, παίρνεις το παλτό σου και φεύγεις, ξεχνώντας την καφετιέρα στην πρίζα. Ξεκινάς να τρέχεις, φτάνεις στη μεγάλη κατηφόρα, τώρα κόβεις γιατί γλιστράει-έβρεχε πριν. Συνεχίζεις με γρήγορο περπάτημα μέχρι την ανηφόρα, και σε ένα δεκάλεπτο έχεις φτάσει στο πάρκο. Δε διστάζεις να περάσεις μέσα από αυτό, παρόλο που είναι πρωί κι οι άστεγοι ή τα πρεζάκια που διανυκτερεύουν εκεί ίσως να μην έχουν ξυπνήσει ακόμα. Σταματάς βιαστικά σε μια καφετέρια και παίρνεις ένα γαλλικό σκέτο στο χέρι, καθώς θυμάσαι ότι ξέχασες την καφετιέρα στην πρίζα. Βρίζεις χαμηλόφωνα καθώς καίγεσαι με τον καυτό καφέ. Κατεβαίνεις το μεγάλο δρόμο με τα πολλά καταστήματα που ακόμη δεν έχουν ανοίξει όμως κάποιες πωλήτριες αλλάζουν διακόσμηση στις βιτρίνες ενώ δυσανασχετούν μιας κι απεχθάνονται τη δουλεία  δουλειά τους. Στρίζεις δεξιά και βλέπεις το μεγάλο συντριβάνι, προχωράς ευθεία γα λίγη ώρα. Δεξιά σου μια εκκλησία και λίγο πιο κάτω φαίνεται η θάλασσα. Νευριάζεις κι άλλο με τον εαυτό σου που ξέχασες να πάρεις μαζί σου τα ακουστικά σου αφού ανακαλύψεις ότι δε βρίσκονται στην τσέπη του παλτού σου. Μα και να τα είχες πάρει δεν έχεις μαζί σου το κινητό σου, θυμάσαι, καθώς περπατάς στο λιμενοβραχίονα, πάλι, προσπαθώντας να αδειάσεις το μυαλό σου από σκέψεις και να βυθιστείς μόνο στην ηρεμία που προσφέρει το θέαμα της θάλασσας νωρίς το πρωί, μια απαίσια, μουντή, συννεφιασμένη μέρα. Νωρίς το πρωί.Ο καφές σχεδόν τέλειωσε. Πετάς το άδειο φελιζόλ στον επόμενο κάδο. Θυμάσαι μερικά χρόνια πριν που ζωγραφίζατε πάνω στα άσπρα φελιζόλ από τους καφέδες του κυλικείου του λυκείου και γελούσατε μαζί.Κάνει κρύο και ξεκινάει να ψιχαλίζει. Εσύ σχεδόν τρέχεις προς το φάρο. Στη μέση της διαδρομής, στην κυκλική διαπλάτυνση σταματάς και σκύβεις ακουμπώντας τα γόνατά σου. Έχεις λαχανιάσει. Τώρα οι στάλες της βροχής είναι πιο χοντρές. Δεν υπάρχει υπόστεγο κι εσύ δεν προλαβαίνεις να γυρίσεις πίσω. Δακρύζεις και νιώθεις τα δάκρυα να γίνονται ένα με τη βροχή. Θέλεις να φτάσεις στο τέρμα, στο φάρο, ξέρεις ότι αν μαζέψεις δύναμη να ξεκινήσεις θα έχεις την αντοχή να φτάσεις, μα δε βρίσκεις κάτι να σου δώσει την ώθηση να ξεκινήσεις να τρέχεις. Γυρνάς να κοιτάξεις προς τα πίσω, μακριά. Βλέπεις μια ανθρώπινη φιγούρα να πλησιάζει, να περνάει και να φεύγει.

α) Είναι ο εαυτός σου που συνεχίζει να ακολουθεί τη ρουτίνα του ενώ μένει προσκολλημένος στο παρελθόν του.
β) Η φιγούρα σε πλησιάζει, σου ζητάει τσιγάρο, κι εσύ δίνεις. Περπατάτε σιωπηλά δίπλα δίπλα ενώ βρέχει χωρίς να μιλάτε. Γυρνάτε πάλι στην αρχή της διαδρομής κι ο καθένας τραβάει το δρόμο του. Εσύ του έδωσες τσιγάρο κι εκείνος συντροφιά.
γ) Συνεχίζεις την πορεία σου, μέχρι το τέρμα. Σε πλησιάζει όλο και περισσότερο. Αρχικά φοβάσαι. Έπειτα γυρνάς, τον αντικρίζεις. Σε αγκαλιάζει και σε φιλάει απαλά στη βάση του λαιμού σου. Κλαις, ενώ σφίγγεσαι πάνω του. Συνεχίζετε μαζί μέχρι το φάρο, έπειτα πίσω. Ανάβει τσιγάρο και σου το δίνει. Εσύ το πατάς κάτω, με δύναμη, το σβήνεις, το λιώνεις. Κι ύστερα τον φιλάς.

Διαλέγετε την εκδοχή που σας βολεύει.


Καληνύχτα.

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Νοσταλγία

Περπατούσε κι ένιωθε το βάρος των σκέψεών του μεγαλύτερο από αυτό που κουβαλούσε στα χέρια του. Το σπίτι του δεν απείχε πολύ από τη στάση όπου κατέβηκε, ήταν σκοτεινά όμως, έκανε κρύο κι οι δρόμοι ήταν άδειοι. Έφτασε στην είσοδο της πολυκατοικίας και λίγο μετά περίμενε το ασανσέρ. Ήταν λες κι εκείνο είχε κολλήσει στο δεύτερο. Δέκα λεπτά. Αποφάσισε να ανέβει με τα πόδια αν και δεν είχε την απαιτούμενη αντοχή. Φτάνοντας στο δεύτερο διαπίστωσε ότι το ασανσέρ είχε φτάσει στο ισόγειο. Έβρισε ψιθυριστά και συνέχισε μέχρι τον τρίτο. Έκανε μπάνιο κι άνοιξε το άδειο σχεδόν ψυγείο. Πήρε το μπουκάλι με το γάλα και στη συνέχεια έτρεξε να προλάβει το τηλέφωνο που χτυπούσε.
-Ναι; είπε.
-Έλα, πώς είσαι;
-Ε εντάξει, εσύ;
-Γιατί μόνο εντάξει;
-Ρώτησα κάτι.
-Κι εγώ εντάξει είμαι. Δηλαδή, φυσιολογικά, ξέρεις όχι κάτι το ιδιαίτερο. Έχεις αναγνώριση κλήσης;
-Όχι. Γιατί;
-Εεεμ, άνοιξε την πόρτα, χρεώνομαι τόση ώρα.
Εκείνος προχώρησε προς την πόρτα ενώ άκουγε τον ήχο της γραμμής που έκλεινε. Λίγα δευτερόλεπτα μετά βρέθηκε μπροστά σε οκτώ άτομα (και μια πάπια) που γελούσαν, και λίγα ακόμη δευτερόλεπτα αργότερα ήταν χωμένος σε μια τεράστια αγκαλιά.
-Φέραμε φαγητό! είπε η Εύη.
-Οπότε πάμε στην κουζίνα σου να οργανώσουμε λίγο την όλη κατάσταση, συμπλήρωσε η Ηλέκτρα.
-Καλά, η πάπια τι κάνει εδώ;
-Το παιδί μας είναι πια τριών χρονών, μπορεί να έρχεται μαζί μας, είπε η Καλλιόπη διακόπτωντας τον Αλέξανδρο που είχε ξεκινήσει να αιτιολογεί την παρουσία της πάπιας.
 -Πώς κι έτσι, η όλη έκπληξη; ρώτησε εκείνος όντας ακόμη ξαφνιασμένος.
-Μη χαίρεσαι, η Θεσσαλονίκη μας έλειψε honey, όχι εσύ! του απάντησε η Βιολέττα προσπαθώντας να φανεί σοβαρή.
-Ρε δε θα χωρέσουμε όλοι εδώ μέσα! παραπονέθηκε ο Γιάννης.
-Κοίτα, τα παπάκια θα κοιμηθούν μαζί- ξεκίνησε να λέει η Ειρήνη
-ΜΗ ΛΕΣ "ΚΟΙΤΑ" την έκοψαν ταυτόχρονα τρία άτομα και όλοι γέλασαν δυνατά.
-Ρε είναι τόσο γαμάτες αυτές οι μέρες, μετά την εξεταστική και πριν τα αποτελέσματα, είπε η Σοφία ενώ έκοβε σαλάτα.
-Ναι, είναι σαν να είναι καλοκαίρι και να είμαστε στο εξοχικό του Γιάννη, συμπλήρωσε ο Αλέξανδρος.
-Σοβαρά τώρα, δεν παίζει να χωρέσουμε όλοι εδώ, ξαναείπε ο Γιάννης.
-Έλα μωρέ, αν υπάρχουν τίποτα κουβέρτες θα στρώσουμε κάτω για να κοιμηθείτε εσείς και εγώ θα πάω στο κρεβάτι, είπε η Βιολέττα με απόλυτη φυσικότητα.
-Ναι, θα'θελες την ειρωνεύτηκε εκείνος.

-Ζεις;
-Εεε τι ελεγες;
-Ότι έχω τόση πίεση με τα μαθήματα που νιώθω ότι θέλω να τα παρατήσω όλα και να φύγω. Μόνο για λίγο, ίσα να ξεσκάσω. Και μου τη σπάει που δεν είσαι κάτω, να φύγουμε μαζί, από το πρωί μέχρι το μεσημέρι μόνο, ίσα να νιώσουμε για λίγο την ξεγνοιασιά ή την ελευθερία...
-Που νιώθαμε το καλοκαίρι... συμπλήρωσε εκείνος.
-Τι σκέφτεσαι; τον ρώτησε η κοπέλα.
-Τίποτα.
-Πώς το κάνεις αυτό; Πραγματικά σε ζηλεύω που μπορείς να μη σκέφτεσαι τίποτα τόσο απλά. Το δικό μου μυαλό νιώθω ότι υπερφορτώνεται.
-Ίσως αυτό να είναι καλύτερο όμως. Όταν έχεις πράγματα να σκεφτείς, όταν κάτι σε απασχολεί -πόσο μάλλον όταν σε απασχολούν πολλές και διαφορετικές καταστάσεις- η ζωή σου παρουσιάζει ενδιαφέρον. Ας πούμε ότι η ρουτίνα σου είναι πιο ενδιαφέρουσα από τη δική μου.
-Το θέμα είναι να προσπαθήσεις εσύ να δώσεις λίγο χρώμα στη ρουτίνα σου. Κι όχι να περιμένεις τις καταστάσεις. Να τις πάρεις στα χέρια σου και να τις ελέγξεις. Ξέρω ότι είναι δύσκολο, ειδικά τώρα που έχεις εξεταστική. Προσπάθησε να απελευθερωθείς μέσα από εσένα, να εκφραστείς, να βγάλεις από μέσα σου αυτά που νιώθεις. Γιατί νιώθεις Κάτι. Όσο κι αν δεν προσδιορίσεις αυτό το κάτι, όσο κι αν αυτό εκφράζεται μ'ένα βάρος ή μια μόνιμη κόπωση, μια μόνιμη απουσία διάθεσης. Αν δεν δώσεις χρόνο στον εαυτό σου, αν δε συζητήσεις λίγο μαζί του για να βρεις τι από αυτά που είναι διαθέσιμα τώρα, τι από αυτά που μπορείς να αλλάξεις στη ζωή σου θα τη βελτιώσει πραγματικά, τότε θα μείνεις έτσι για πολύ πολύ καιρό ακόμα. Μπορώ να σε βοηθήσω, αν με αφήσεις. Προσπαθώ τόσο καιρό. Πρέπει όμως να συζητήσεις λίγο με τον εαυτό σου, ίσα να ανοίξεις μια είσοδο στο τείχος που σου έχει υψώσει ο εαυτός σου, ίσα να αφήσεις μετά κι εμένα ή οποιονδήποτε θέλεις να σου μιλήσει, λίγο περισσότερο.
-Αχά. απάντησε εκείνος.
-...
-...
-Εντάξει πάω για ύπνο. Ίσως πρέπει να σκεφτείς ό,τι σου είπα. Να ξέρεις ότι νοιάζομαι πραγματικά για σένα, κι ότι είμαι εδώ, θα είμαι εδώ, είπε εκείνη. Καληνύχτα...







...Με τσιγάρα βαριά
μια βουτιά στα βαθιά
κι επιπλέω,
κι ας μην είναι σωστό,
πάντα ό,τι σκεφτώ
θα το λέω...









 Καληνύχτα:)


Υ.Γ.Περίεργο συναίσθημα να ξέρεις, μα έχω ξαναπεί πως είσαι η πηγή έμπνευσής μου. Κι ίσως να είναι κακό που λέω ότι αισθάνομαι, ίσως να είναι κακό που δεν είμαι πιο κλειστή, μα δε θέλω να είμαι κλειστή μαζί σου, δε θέλω να είμαι νευρική μαζί σου ούτε να παραπονιέμαι συνέχεια. Θέλω να είμαι μια πολύ καλή εκδοχή του εαυτού μου. 

Υ.Γ.2. Γιάννη Β. (=Αλέξανδρε) συγγνώμη για την αλλαγή του ονόματος, ήταν απαραίτητη για να μην συγχέονται τα ονόματα.



Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

Δε χανόμαστε εξάλλου

Οι μεγαλύτερες αλήθειες λέγονται μεταξύ 2 π.μ. και τρίτου ποτού.” ,όπως είπε κάποιος ανώνυμος κάπου στον ιστό. Και θα συμφωνήσω με αυτόν τον ανώνυμο. 
"Δεν έχω κάνει ποτέ..." γράφει πάνω στο θρανίο μου με τους γραφικούς χαρακτήρες της Ε*, και μια ημερομηνία χαραγμένη δίπλα. "Έχουμε και λέμε..." κι άλλη μια ημερομηνία δίπλα. Και λίγο πιο πέρα η ίδια φράση με διαφορετική ημερομηνία κάθε φορά. Σκέφτομαι πως το θρανίο μου κάθε χρονιά δέχεται χωρίς να αντιδρά όλα τα ψυχολογικά μου. Στο γυμνάσιο ήταν γεμάτο στίχους από ξένα κομμάτια, μέταλ πιο πολύ, άντε και τίποτα ρεντ χοτ τσίλι πέππερς. Στο λύκειο το ρεπερτόριο άλλαξε λίγο, και φέτος άλλαξε ακόμα πιο πολύ. Και πάλι στίχοι, ελληνικοί στην πλειοψηφία τους, Πασχαλίδης στην πλειοψηφία τους. Και ζωγραφιές μικρές, και πράξεις αμέτρητες. Σαν τη ζωή. Εξιστορείται μέσα από στίχους, περιγράφεται μέσα από ζωγραφιές και μένει μέσα από πράξεις -μα όχι αριθμητικές. Θα μου λείψει το θρανίο μου, και το κάθε θρανίο που είχα. Θα πρέπει να αρχίσω να γράφω αλλού ημερομηνίες...σε τετράδια, στο κινητό, κάπου.
~
-Τι σκέφτεσαι;
-Ότι θα μου είναι πολύ δύσκολο να αρχίσω από την αρχή. Ότι δεν είμαι σαν εκείνους που κοινωνικοποιούνται και προσαρμόζονται απευθείας μόλις αλλάξουν περιβάλλον. Δε μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου να ξεκινάει κάπου αλλού, από το μηδέν, χωρίς κανένα γνωστό και καμιά από εσάς..
-Κι ακόμα κι όταν βρούμε άλλες παρέες πάντα θα τις συγκρίνουμε με τη δική μας, θα βλέπουμε ότι είναι κατώτερες, ότι περνάμε καλά, αλλά διαφορετικά. 
-Και μετά δε θα μπορούμε να δεθούμε μαζί τους, δε θα μπορέσουμε να έχουμε με τους άλλους το δέσιμο που έχουμε μεταξύ μας.
-Ναι αλλά Χριστούγεννα και Πάσχα και καλοκαίρι θα ξαναγυρνάμε εδώ. Το εδώ θα υπάρχει πάντα και θα μας περιμένει. Όποτε το χρειαζόμαστε, όποτε δεν είμαστε καλά, όποτε μας λείπει ο ήλιος κι η θάλασσα κι η αύρα της πόλης αυτής γενικά...-
-Έχουμε άλλον ένα χρόνο και λίγους μήνες, δεν πρέπει να αγχωνόμαστε τόσο από τώρα..Και πρέπει να φροντίσουμε να περάσουμε όσο πιο καλά μπορούμε.Κι ακόμα κι όταν έρθει το "μετά" εμείς ξέρουμε πως δε χανόμαστε, ακόμα κι αν δεν είμαστε όπως τώρα
, είπε και η έκτη κοπέλα. 

Χαμογελούσαν. Κι είχαν ακόμα καιρό. Όσο γρήγορα και αν περνάει ο χρόνος οι στιγμές θα μένουν.
~
-Ρε δεν έχει έρθει κανένα ταξί τόση ώρα.
-Ήρθε ένα κι έφυγε.
-Δεν το είδα καν.
-Θα σε πάω να πάρεις από την πλατεία ταξί.
-Σε λίγο, όχι ακόμα...Πώς νιώθεις;
-Σαν να λείπει κάτι. Εσύ;
-Σαν να λείπουν πολλά.
-Δε θέλω να γυρίσω πίσω.
-Ούτε εγώ θέλω να γυρίσεις. Αλλά θα γυρίσεις και θα φροντίσεις να περάσεις καλά. Νομίζω ότι επαναλαμβάνομαι. Ότι σου λέω τα ίδια πράγματα, μα εύχομαι να μπορούσα να σου πω κάτι άλλο. Εύχομαι να μπορούσα να σου λέω κάθε μέρα κάτι διαφορετικό που να σε έκανε να χαμογελάς.
-Εσύ πώς νιώθεις;
-Τώρα;
-Γενικά. Και τώρα.
-Γενικά βαρετά. Η ρουτίνα, ξέρεις...Κι εσύ το ζεις...Τώρα..Τώρα όμορφα.

 

Υ.Γ.θέλω να με κρατάς για πάντα.. , μπράβο που κατάφερες και μου το κόλλησες!

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2013

Μα μέσα στο κρύο εκείνη ψιθύριζε αχνά.

Είναι περίεργο να σταματάω το διάβασμα και να κοιτάζω την οθόνη του κινητού μου. Γενικά, δεν το χρησιμοποιώ ιδιαίτερα. Είναι όμως αυτές οι μέρες που απλά θέλω να νιώσω ότι δεν είμαι μόνη. Και ξέρεις, απογοητεύομαι με το πόσο μόνη είμαι. Πάντα η οθόνη είναι άδεια. Ή τουλάχιστον εδώ και λίγο καιρό, και μάλλον πρέπει να το συνηθίσω. Να συνηθίσω ότι θα συνεχίσει να είναι άδεια για αρκετό καιρό. Ή τουλάχιστον να συμφιλιωθώ με την ιδέα ότι αν θέλω να γεμίσει με κάτι αυτό θα είναι σημειώσεις με τύπους φυσικής. 
Κάνει κρύο τώρα. 
Κι όταν κάνει κρύο νιώθω το κασκόλ μου να με πνίγει αντί να με ζεσταίνει. 
Να με φυλακίζει και να κρυώνω περισσότερο. 
Να κρυώνω μακριά (σου). 
Να κρυώνω μακριά από τον ίδιο μου τον εαυτό.

Προσπαθώ να με βρω, να με γνωρίσω από την αρχή. Μα δεν έχω χρόνο. Προσπαθώ να δω τον εαυτό μου όπως αλληλεπιδρά με το εξωτερικό περιβάλλον. Μα δε μπορώ να αλλάξω την οπτική γωνία μου. Πίστευα ότι όταν δε μπορείς να αλλάξεις τις καταστάσεις μπορείς πάντα να αλλάξεις την οπτική γωνία σου. Είναι λες κι έχω κολλήσει εδώ. Σαν να μη μπορώ να πάω πίσω ή μπροστά και φοβάμαι ότι είμαι σε μια φάση που θα κρατήσει πολύ καιρό.
Φοβάμαι ότι ο συγκεχυμένος και τυχαίος αυτός εαυτός μου θα υπερισχύσει έναντι όλων των υπόλοιπων για αρκετό καιρό. Νομίζω ότι κάθε μέρα ανακαλύπτουμε κι ένα νέο κομμάτι του εαυτού μας. Κάνουμε πράξεις που ποτέ δεν είχαν ξαναπεράσει απ'το μυαλό μας. Μα ακόμα κι αν δεν κάνουμε τέτοιες πράξεις κάνουμε σίγουρα τέτοιες σκέψεις. Σκέψεις που ποτέ δε μοιραζόμαστε επειδή φοβόμαστε, όχι επειδή έχουν αξία για μας. Επειδή φοβόμαστε την κατακραυγή ή την οποιαδήποτε κριτική (ή ίσως εν τέλει τη δική μας κραυγή όταν τις συνειδητοποιήσουμε, τις σκέψεις αυτές). Και δικαίως φοβόμαστε, μιας κι εμείς οι ίδιοι ποτέ δε διστάζουμε να κρίνουμε κάποιον άλλο άγνωστο γνωστό μας.
Φοβάμαι ότι θα κρυώνω όλο και πιο πολύ.
Και να σκεφτείς ότι δεν κρύωνα ποτέ. 
Να σκεφτείς ότι και φέτος έκανα χριστούγεννα με κοντομάνικο και ζακέτα.
Κι όμως τώρα ξαφνικά είμαι ευάλωτη.
Στο κρύο, στην απουσία (τη δικιά σου, τη δικιά μου, της ζωής..ποιος ξέρει;).
Και δεν έχω τζάκι, μα και να είχα δε θα άντεχα να κουβαλήσω ξύλα, θα κρύωνα, θα σωριαζόμουν στα μισά της διαδρομής.
Και δεν έχουμε λεφτά για πετρέλαιο, αγάπη μου. Όλοι μιλάνε για εποχές ευημερίας που εμείς γνωρίσαμε μόνο ως παιδιά, όλοι κλαίνε για την κατάντια τους... μπροστά στο αναμένο τζάκι.
Ούτε κονιάκ πίνουμε πια για να ζεσταθούμε, επειδή δεν πρέπει να μεθύσουμε, λένε. Επειδή πάντα βγαίνουμε εκτός ελέγχου, λένε. Επειδή κανείς δε θα μας γυρίσει μετά στα σπίτια μας, όλοι έχουν βαρεθεί να κάνουν τους κουβαλητές, λένε.
Μα ποιος σου είπε ότι εγώ θέλω να πάω σπίτι μου; 
Εκεί κάνει κρύο. 
Ποιος σου είπε ότι εγώ θέλω να με πάτε οπουδήποτε; 
Εκεί έχει παγωνιά.
Ποιος σου είπε ότι θέλω να με αφήσεις; Σπίτι μου, ή στο δρόμο ή στο παγκάκι ή στο οπουδήποτε (μόνη μου); Όχι δε θέλω να με αφήσεις (μόνη μου). Γιατί θα κρυώνω.
Γιατί κρυώνω (μόνη μου).


Υ.Γ. Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη στο λιμάνι της λατρεμένης πόλης και περιλαμβάνει δύο λατρεμένα άτομα.

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

(Α)προσαρμογή

"Κάποιες φορές απλά αναρωτιόμαστε γιατί "άλλαξες", "άλλαξα","αλλάξαμε"...Προφανώς επειδή αλλάζουν οι συνθήκες, επέρχονται γεγονότα, εκπλήξεις ή απλά στιγμές. Κάποιες είναι όμορφες, κάποιες όχι και κάποιες είναι απλά περίεργες. Όμως μας επιρεάζουν, μας καθορίζουν. Έτσι, καταλήγουμε να αποζητάμε τους παλιούς "άλλους", τους παλιούς εαυτούς μας ή τις σχέσεις μας όπως κάποτε ήταν. Όμως δεν μπορείς ποτέ να ξαναπάρεις κάτι ίδιο. Επιστρέφεις ένα δώρο σ'ένα κατάστημα για να πάρεις κάτι άλλο. Ένα νούμερο μικρότερο, ένα νούμερο μεγαλύτερο ή απλά κάτι τελείως διαφορετικού είδους. Έτσι, κάθε μέρα που περνά αφήνει τα ίχνη της πάνω μας και πάνω στις σχέσεις μας. Άλλες φορές τις φθείρει, άλλες φορές τις κάνει πιο έντονες, πιο ζωντανές, κι άλλες απλά τις μεταβάλει αργά, έτσι ώστε να μην αντιληφθούμε την αλλαγή. Κι όταν κάποια γεγονότα εξαρτώνται από εμάς; Όταν εμείς κάνουμε κάποιες επιλογές που καθορίζουν κάποιες καταστάσεις; Τότε είναι αυτό που θέλουμε, ή τουλάχιστον αυτό ακριβώς που θέλαμε τη δεδομένη χρονική στιγμή. Κι αν δεν έρθουν όλα όπως τα είχαμε φανταστεί κάποτε τότε απλά επαναλαμβάνω ότι πρέπει να αποβάλουμε όλες μας τις προσδοκίες. Όλες. Όλες. Όλες. Ε και εντάξει. Πάντα υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης και καλύτερης συνεργασίας. Και για να συνεχίσω λίγο την υπερανάλυση καταστάσεων, κάποια γεγονότα είναι σαν τα μακαρόνια. Κάθε φορά θα τους λείπει ένα κάτι, ένα κλικ (ή και περισσότερα). Υπάρχουν κάποια είδη μακαρονιών που βράζουν στα δεκαπέντε λεπτά, ενώ τα περισσότερα μακαρόνια βράζουν στα δέκα. Εκεί χρειάζεται να δεις τι φταίει και δε σου βγαίνουν τα μακαρόνια όπως τα θέλεις. Τι φταίει κι είναι πότε λιωμένα, πότε σκληρά και πότε λείπει το αλάτι. Κάποια στιγμή θα τα πετύχεις μετά από πολλές φορές που δε θα σου αρέσουν, αυτό είναι σίγουρο. Το θέμα είναι ότι δε θα έχεις πάντα όρεξη για μακαρόνια ή ίσως να μην ξανααγοράσεις ποτέ τα συγκεκριμένα. Κι έτσι ίσως δεν καταφέρεις να τα ψήσεις σωστά ποτέ. " Σταμάτησε να γράφει, έσκισε τη σελίδα και την τσαλάκωσε. Ένας διάλογος ήρθε στο μυαλό της, αλλά δεν ήξερε αν ήταν πραγματικός ή φανταστικός. Δεν ήξερε σε ποιο σημείο είχε σταματήσει η φράση που ήθελε να πει. Σηκώθηκε και τον πήρε τηλέφωνο. "Τι ώρα φεύγεις;" τον ρώτησε απότομα. Η φωνή δεν αργησε. "Δώδεκα, αύριο το μεσημέρι...Γιατί;" απάντησε εκείνος."Οκτώ και δέκα, έξω από τον κινηματογράφο" είπε και έκλεισε το τηλέφωνο. Δεν ήξερε αν έπρεπε να είναι τόσο απόλυτη, αν έπρεπε να επιμένει τόσο. Όμως αν δεν προσπαθούσε θα το έριχνε στον εαυτό της.
...
Η ταινία είχε μόλις τελειώσει κι εκείνοι κατευθύνονταν προς την παραλία απέναντι από τον κινηματογράφο. Ήταν χειμώνας κι έκανε πραγματικά κρύο εκείνη τη μέρα.
-Πώς νιώθεις που φεύγεις; ρώτησε εκείνη.
-Περίεργα. Δε θέλω. Πρέπει. Θα'θελα να 'χα λίγο περισσότερο χρόνο εδώ.
-Πότε θα ξανακατέβεις; τον ξαναρώτησε.
-Μάλλον Καθαρά Δευτέρα θα είμαι εδώ.
-Εγώ πάλι μάλλον θα είμαι Θεσσαλονίκη την Παρασκευή, πριν το τριήμερο. Οπότε μάλλον δε θα με ξεναγήσεις πάνω αν έχεις φύγει.
-Δεν ξέρω..Είπα μάλλον έτσι κι αλλιώς. Εσύ καλά είσαι;
-Όχι και τόσο. Έχω αρχίσει να αγχώνομαι, να πίνω πολύ καφέ και να πρέπει κάθε μέρα να αναπροσδιορίζω το πρόγραμμα για την επόμενη βδομάδα. Ξέρεις, να κανονίζω διαγωνίσματα ή πότε θα διαβάσω γι αυτά. Μου ήρθε λίγο κάπως που χώρισα κι όλας... Απάντησε εκείνη.
-Νόμιζα ότι ήθελες να χωρίσεις κι ότι ήταν αρχικά επιλογή σου.
-Δεν είπα ότι δεν ήθελα, απλά και πάλι είναι λίγο όλα μαζί. Φεύγουν άνθρωποι, έρχεται πίεση. Φεύγει χρόνος, έρχονται μέρες που πρέπει υποτίθεται να είναι ισορροπημένες γενικά. Πρέπει να μειώσω και το γυμναστήριο και να αρχίσω να ξεκουράζομαι λίγο, λένε.
-Ότι πρέπει να το κάνεις αυτό πρέπει. Σκέψου ότι σε ενάμισι χρόνο θα έχουν περάσει όλα. Λιγότερο από αυτό. Και υπάρχει πάντα το καλοκαίρι, που θα περάσουμε καλά. Και γενικά εσύ ξέρεις να κάνεις πρόγραμμα οπότε μην αγχώνεσαι. Κι όσο για τις σχέσεις φεύγουν κι έρχονται...Το ξέρεις αυτό.
-Θα περάσουμε; το καλοκαίρι εννοώ. Θα είμαστε ακόμα όλοι μαζί, έτσι; 
-Έχουμε βάλει κι ένα στοίχημα αν θυμάσαι.. απάντησε εκείνος.
-Κι υποτίθεται ότι αυτές τις μέρες θα λέγαμε ο ένας στον άλλο τι θέλουμε αν κερδίσουμε το στοίχημα...
-Ναι εγώ σου είχα πει τι ήθελα.
-Και το έκανα ήδη, ανεξαρτήτως στοιχήματος σου γνώρισα εκείνη την κοπέλα... είπε εκείνη κλείνοντάς του το μάτι. 
-Σκέφτηκες τι θέλεις εσύ αν νικήσεις; Ρώτησε εκείνος.
-Όταν νικήσω εννοείς...Ίσως απλά μια μέρα μαζί σου, το καλοκαίρι που θα έχεις χρόνο. Μια μέρα που θα φροντίσω να έχω κι εγώ χρόνο. Ίσως μια προσπάθεια να βελτιώσω κάτι που δε μπορώ να χωνέψω, ξέρεις...
-Τι έγινε σε χτύπησε στον εγωισμό; Γέλασε εκείνος.
-Όπως και να το κάνουμε, ήταν περίεργο! φώναξε εκείνη.
-Ήταν απαίσιο! είπε εκείνος και γέλασαν και οι δύο. 
-Ναι αυτό εννοώ. Απλά δεν ήθελα να πληγώσω και το δικό σου εγωισμό!
-Εμμ συγγνώμη που δεν έβρισκα τα χείλη σου! είπε πάλι εκείνος.
-Συγγνώμη που ήταν μέσα στα δικά σου και δε μπορούσα να τα χρησιμοποιήσω. Και συγγνώμη που δε βολεύομαι προς τα αριστερά! Φώναξε εκείνη. 
-Λοιπόν, πρέπει να γυρίσουμε νομίζω. 
-Πράγματι είναι αργά. Καλό ταξίδι αύριο. Και θα μιλήσουμε.
-Ναι, αν και πρέπει να μειώσουμε την ώρα που μιλάμε κάθε μέρα, ξέρεις τι εννοώ..
-Ναι, ισχύει..Καληνύχτα! είπε εκείνη ενώ έφευγαν και οι δυο προς διαφορετικές κατευθύνσεις.


...και ταλαντεύομαι στα βάθη και στα ύψη...



Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2013

Χρόνος

"Η ακαθόριστη κίνηση της ύπαρξης και των γεγονότων στο παρελθόν, το παρόν, και το μέλλον, θεωρούμενη ως σύνολο", σύμφωνα με το λεξικό. Εμείς όμως το αντιλαμβανόμαστε αλλιώς. Το αντιλαμβανόμαστε σύμφωνα με το πώς περνάμε. Όταν όλα πάνε καλά ο χρόνος κυλάει γρήγορα, κι όταν βαριόμαστε ή είμαστε δυσαρεστημένοι ο χρόνος δε λέει να περάσει. Καταστάσεις γνωστές σε όλους μας. Αυτό που ξέρω εγώ είναι ότι κατηγορούμε το χρόνο για λάθη δικά μας, παραλείψεις κι επιλογές μας...Τα αποδίδουμε όλα στο χρόνο κι έτσι δεν έχουμε τύψεις. "Δεν έχω χρόνο" μου λες. "Σε λίγο θα φύγω" κι αυτό το λίγο θα ήταν διαφορετικό με διαφορετική διαχείρηση. Αλλά ο καθένας κάνει τις επιλογές του, ο καθένας διαχειρίζεται όπως θέλει τη ζωή του. "Αν είχαμε χρόνο όλα θα ήταν αλλιώς" , "Συγγνώμη που καθυστέρησα, δεν είχα αρκετό χρόνο" , "Δεν βρήκα χρόνο, το ξέχασα, είχα πολλά στο μυαλό μου". Έτσι είναι οι ζωές μας, επισκιασμένες. Κι οι σκιές δεν είναι άλλες από τις ίδιες τις επιλογές μας, για τις οποίες δεν είμαστε σίγουροι, και τις οποίες φοβόμαστε και δε θέλουμε να αποδεχτούμε. Γι αυτό και τα φορτώνουμε όλα στα χρόνο. 
Κι έτσι άλλος ένας χρόνος πέρασε, και στο κλείσιμό του νιώθω πιο ανασφαλής από ποτέ. Ένας χρόνος που έμαθε σε όλους μας πολλά, μας έδωσε όσα ακριβώς μας πήρε. Ήταν στυγνός κι υπολογιστικός τύπος, όχι αχάριστος, απλά απόλυτα κι αυστηρά δίκαιος. Έτσι είναι ο χρόνος, δεν κάνει χάρες και δε χαρίζεται σε κανένα, είναι ντόμπρος και ξεκάθαρος. 
Όταν κοιτάζω το παρελθόν,λοιπόν, από την περσινή τέτοια μέρα έως και χτες το βράδυ βλέπω μια κορδέλα με ρίγες που αναλάσσονται. Μαύρο, μετά όλα τα χρώματα μαζί, μαύρο, κι άλλη χρωματική πανδαισία. Κι έτσι θυμάμαι ανάκατες σκηνές, με πρωταγωνιστές εκείνες του καλοκαιριού. Ένα συγκεκριμένο ρεμπετάδικο και μία συγκεκριμένη καφετέρια, αυτά τα μέρη μου θυμίζουν μια παρέα με την οποία δέθηκα τόσο άρτια, ίσως επειδή ήμουν δεμένη με καθένα από τους συμμετέχοντες από πιο πριν. Μια κοπέλα που εμφανίστηκε ξαφνικά, κι ένιωσα πως της παρέδωσα ένα άτομο-κομμάτι μου. Εκείνο που με εξέπληξε ήταν η αντίδρασή μου. Στεναχωρήθηκα μεν, προχώρησα δε, και στην πορεία κατάφερα να αγαπάω και την κοπέλα και το άτομο-κομμάτι το ίδιο πολύ. Όμως οι αντιδράσεις μου με εξέπληξαν αρκετά. Έτσι από αυτή τη χρονιά κέρδισα κάποια πράγματα. Την ικανότητα να διατηρώ την ψυχραιμία μου και να σκέφτομαι πριν μιλήσω έτσι ώστε να μη δημιουργώ παιδιάστικες σκηνές ζηλοτυπίας και θυμού (καλά όχι και στο μέγιστο) αλλά σίγουρα αντέδρασα πολύ ώριμα σε θέματα σημαντικά για μένα (όπως το παγκάκι, ή κάποια οικογενειακά προβλήματα, κάποια θέματα υγείας αγαπημένων προσώπων...).Το δεύτερο σημαντικότερο που διδάχτηκα από την περασμένη χρονιά είναι να μην έχω προσδοκίες, επειδή αυτές πάντα καταρρίπτονται. Όταν πηγαίνεις στη μάχη και περιμένεις ένα συγκεκριμένο εχθρό θα ηττηθείς από οποιονδήποτε εχθρό εμφανίζει διαφορές από αυτόν τον οποίο ανέμενες. Έτσι έμαθα κοιτάζω διορατικά τις καταστάσεις και να μην περιμένω τίποτα από αυτές. Έτσι, ούτε απογοητεύομαι, ούτε στεναχωριέμαι...Ίσα ίσα που κάποιες σπάνιες φορές μπορεί να χαρώ και λίγο μωρέ.Διδάχτηκα κι άλλα πολλά όμως το κυριότερο που έμαθα είναι αυτό που λέει κι η υπέροχη Στέλλα εδώ.
Έμαθα πως είναι να αγαπάς περισσότερο. Ή μάλλον περισσότερο και διαφορετικά μαζί. Να αγαπάς χωρίς όρια να δίνεσαι, να εμπιστεύεσαι εκείνο το ένστικτο που σου λέει πότε αξίζει να δώσεις την αγάπη σου σε κάποιον. Και το θέμα είναι ότι το ένστικτο αυτό είναι αλάνθαστο, αλήθεια. Μα όταν αγαπάς περισσότερο είσαι και πιο ανασφαλής, πιστεύεις ότι δεν είσαι αρκετός, κι έτσι δίνεσαι ακόμα περισσότερο προσπαθώντας να γίνεις σημαντικός στον άλλο και να καλύψεις και τη δική σου την ανασφάλεια. Ίσως να μην υπάρχει πολύ ή λίγο στην αγάπη, να μην υπάρχει περισσότερο και λιγότερο, μα να υπάρχει μόνο διαφορετικό. Ο καθένας μας αγαπάει με τον τρόπο του, κι ο τρόπος αυτός μεταβάλεται ανάλογα με το αντικείμενο που δέχεται την ενέργεια αυτή, την αγάπη. Κάποιοι όταν αγαπούν το φωνάζουν, κάποιοι δεν το λένε ποτέ μα το δείχνουν καθημερινά, και κάποιοι θα το πουν όταν θα χρειάζεται και τότε θα το εννοούν. Κι όλοι οι υπόλοιποι καίγονται μέσα στην ανασφάλειά τους και δίνουν διαδοχικές μάχες, κουράζονται και τα παρατούν. Γιατί κάποιες φορές η αγάπη μπορεί να είναι τόσο διαφορετική που να μοιάζει λιγότερη..
Και τώρα που άλλαξε ο χρόνος; Τα κεφάλαια που έμειναν μισάνοιχτα τι θα γίνουν; Δεν ξέρω. Κι η ανασφάλεια τι θα γίνει, κοριτσάκι; Θα με καταπιεί. Αυτό θα γίνει. Επειδή απλά δεν πρόκειται να καλυφτεί. Επειδή απλά όλα είναι ακριβώς όπως δεν έπρεπε να είναι. Γι αυτό έμαθα να μισώ τις προδοκίες. Δεν πρέπει να έχω προσδοκίες για μεθαύριο, του στυλ ότι όλα θα είναι όμορφα. Ούτε για τις υπόλοιπες διακοπές. Ούτε για την υπόλοιπη χρονιά. Απλά να περιμένω τις καταστάσεις και να αντιδρώ μετά. 



Υ.Γ.Μου άρεσε η αρχή της χρονιάς πάντως, χτες. Αν και υπήρξαν κάποια απρόοπτα, βέβαια. Γύρισα σπίτι και μύριζα ολόκληρη καπνό, αλκοόλ και Β*.



Πούλα με ακόμα μια φορά, δε με πειράζει.
Δε με πειράζει που θα μείνω μοναχός.
Δε με πειράζει που τα μάτια σου σ’ αυτόν τα θυσιάζεις.
Γιατί απόψε το κορμί σου θα `ναι αλλού.

Θα `ναι σε κάτι ξεχασμένα καλοκαίρια.
Θα `ναι στις νύχτες της ατέλειωτης σιωπής.
Θα `ναι στα φιλμ της χαράς και της μιζέριας.
Θα `ναι σε όλα που περάσαμε μαζί.

Πούλα με λοιπόν στο ξαναλέω.
Πούλα με για λίγη σιγουριά.
Πούλα με πολύ φτηνά δεν ξέρω, ίσως αύριο να `ναι αργά.

Κι αν σε βλέπω αδιάφορα ξερά, δε με πειράζει.
Δε με πειράζει κι αν τα χείλη σου γελούν.
Μια καληνύχτα κι αν μου πεις δε με πειράζει.
Γιατί απόψε το κορμί σου θα `ναι αλλού.


Καλή χρονιά :)