Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Φοβίες

"Όταν πιέζεις τον εαυτό σου τα καταφέρνεις. Τότε  είναι που τα καταφέρνεις καλύτερα από κάθε φορά". Η φωνή του ηχούσε ακόμα στ'αυτιά της όσο εκείνη περίμενε το ασανσέρ. Δεν ήξερε αν ήθελε να πάει. Η χάλκινη πλάκα στην είσοδο της πολυόροφης πολυκατοικίας, που η ίδια είχε σχεδιάσει, είχε πάνω χαραγμένο το όνομά του. Το ασανσέρ ήταν στο δεύτερ, όμως φαίνεται πως το ξανακάλεσαν γιατί άρχισε να ανεβαίνει και πάλι. Η υπομονή της κόντευε να εξαντληθεί. Η ανασφάλειά της και η αβεβαιότητά της για το αν ήθελε να επισκεφτεί εκείνο το οίκημα, στο οποίο είχε ξαναμπεί πριν λίγα χρόνια -όσο αυτό ακόμα χτιζόταν- της προκαλούσαν νεύρα. Ωστόσο ήξερε ότι δεν ήταν αυτή η πραγματική αιτία που την ωθούσε να κουμπώνει και να ξεκουμπώνει βιαστικά τα κουμπιά του μοντγκόμερύ της. Το συγκεκριμένο γραφείο ήταν. Που απ'έξω θα είχε μια χάλκινη πλάκα πανομοιότυπη μ'εκείνη της εισόδου. "Μηχανολόγος Μηχανικός" , έτσι έγραφε κάτω από το όνομά του. Αλλά δε θα μπορούσε να ξέρει. Μέχρι πριν φτάσει στην είσοδο δεν ήξερε ποιος ήταν ο μηχανολόγος στον οποίο την έστειλαν από την κατασκευαστική εταιρία που δούλευε.
Η ψηλή ξανθιά γραμματέας της είπε να περιμένει. Αρχικά δεν αναγνώρισαν η μια την άλλη. Έπειτα η κοπέλα πρόσεξε το όνομα της υπαλλήλου  μπροστά στο γραφείο της. "Ζένια;" τη φώναξε ξαφνιασμένη. "Βιολέττα;" της απάντησε το ίδιο ξαφνιασμένη και η γραμματέας. Μια κοφτή και βαθιά φωνή διέκοψε την ανάλαφρη συζήτησή τους. "Ζένια πες στον αντιπρόσωπο της κατασκευαστικής να περάσει". Η Βιολέττα κοκάλωσε. Μόνο τα πόδια της κινούνταν, μα προς τη λάθος κατεύθυνση. Έπρεπε να φύγει, να τρέξει προς τις σκάλες, να αναπνεύσει. Άκουσε τη Ζένια να τη ρωτάει αν είναι καλά και κατάλαβε ότι είχε αφαιρεθεί. Μπήκε βιαστικά στο γραφείο του και έκλεισε την πόρτα. Εκείνος ήταν σκυμένος πάνω από μία τεράστια στοίβα χαρτιών. "Κάθισε. Σε λίγα λεπτά τα χαρτιά θα έχουν τυπωθεί και θα τα υπογράψω" είπε, χωρίς να την κοιτάξει καν. Εκείνη δεν απάντησε, το βλέμμα της είχε καρφωθεί στις φωτογραφίες πάνω στο γραφείο του. Ο ίδιος, και δύο άντρες που γνώριζε πολύ καλά, ο γιατρός και ο δικηγόρος της συγκεκριμένα. Και οι τρεις πολύ κομψά ντυμένοι και χαμογελαστοί. Δεύτερη φωτογραφία. Οι ίδιοι τρεις άντρες ανάμεσα σ'άλλους πολλούς, μα αυτοί ξεχώριζαν, στέκονταν δίπλα δίπλα και χαμογελούσαν σε μια φωτογραφία γεμάτη σοβαρούς, μουντούς, κουστουμαρισμένους τύπους. Εκείνος ήταν άκομα πάνω από τα χαρτιά του. Κάθε λίγο γύριζε να κοιτάξει την οθόνη του υπολογιστή. Γύρισε ξαφνικά να πιάσει τα ζεστά αντίτυπα που έβγαιναν από τον εκτυπωτή. "Δεν έχεις καμιά φωτογραφία μαζί της;" τον ρώτησε εκείνη. Τα αντίτυπα σκόρπισαν στο πάτωμα ενώ εκείνος γύρισε να την κοιτάξει. Είχε ξεχάσει τις λεπτομέρειες του προσώπου της, είχε ξεχάσει το βλέμμα της, σχεδόν τελείως. "Με τη Ζένια εννοώ, που είναι έξω ως γραμματέας σου" συμπλήρωσε εκείνη. "Είναι παντρεμένη κι έχει παιδιά. Όχι μαζί μου. Είδες όμως, τα κατάφερα τελικά. Την αγόρασα. Τώρα εξαρτάται σε τεράστιο βαθμό από μένα" της απάντησε. "Ναι το βλέπω. Όλα τα αγόρασες, και το γραφείο, και τη γυναίκα,και το σπίτι και το αυτοκίνητο. Όσο για τις κοιωνικές επαφές ας μη θίξουμε το θέμα καλύτερα. Αποτελείς πια ένα από τα πιο δημοφιλή κοσμικά πρόσωπα της πόλης. Οπότε τα κατάφερες" και με μια μικρή παύση, χωρίς να χάσει την ψυχραιμία της συμπλήρωσε "κατάφερες να αγοράσεις την ευτυχία. Πώς σου φαίνεται λοιπόν;". Εκείνος την κοίταξε απευθείας στα μάτια "Ξέρεις πολύ καλά πως είναι η κατάσταση που αγόρασα. Κι εγώ ήξερα απ'την αρχή ότι έτσι θα είναι η ευτυχία".
"Κι εξακολουθείς,λοιπόν, να πιστεύεις ότι αυτή είναι η πραγματική ευτυχία; Αυτή είναι η ευτυχία που αξίζεις; Ή έχεις βολευτεί απλά σε αυτή; Δε θέλω να πιστέψω ότι είσαι τόσο αφελής για να πιστέψεις ότι αυτό είναι το καλύτερο που μπορείς να έχεις, τα χρήματα. Δε θέλω να πιστέψω ότι είσαι επιφανειακός, ότι νοιάζεσαι μόνο για την εικόνα σου." δήλωσε εκείνη πεισματικά, ενώ σημάδια έξαψης εμφανίστηκαν στο πρόσωπό της.

"Με ήξερες καλύτερα από τον καθένα, και ξέρεις ότι έτσι είμαι."
"Το θέμα δεν είναι αυτό. Είναι το αν είσαι ικανοποιημένος από τη ζωή σου ή αν προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου ότι είσαι ικανοποιημένος." απάντησε εκείνη. "Οπότε απάντησέ μου σε παρακαλώ. Ελικρινά. Αν είσαι χαρούμενος με την πορεία σου, με τη ζωή σου, με όλα,...κι ύστερα μπορείς να μου δώσεις τα χαρτιά και να κάνουμε σαν αυτή η συζήτηση να μη συνέβη ποτέ."
"Αλλιώς;" ρώτησε εκείνος, ψάχνοντας κάτι στα συρτάρια του μεγάλου ξύλινου γραφείου του.
"Αλλιώς...αλλιώς ότι θέλεις. Τι θέλεις;"
Εκείνος επιτέλους βρήκε ό,τι έψαχνε στο συρτάρι. Άνοιξε ένα λευκό φάκελο κι έβγαλε από μέσα τέσσερις εικόνες. Η Βιολέττα γνώριζε τόσο καλά εκείνες τις εικόνες. Σε όσες δεν ήταν μέσα κατείχε το ρόλο του φωτογράφου.Αναγνώρισε και το γραφικό της χαρακτήρα στο εξώφυλλο του φακέλου, ακόμα. "Αυτό θέλω. Μπορείς να μου το δώσεις;" 
Εκείνη δίστασε. "Στέφανε, αυτό...αυτό...ήταν δεκαπέντε χρόνια πριν. Όλοι έχουμε αλλάξει από τότε. Όσοι ήταν να κρατήσουμε επαφή κρατήσαμε και αυτό το ξέρεις πολύ καλά."
"Όπως ξέρω πολύ καλά κι ότι οι μόνοι που δεν κράτησαν επαφή από εκείνη την παρέα ήμασταν εμείς...Γιατί Βιολέττα;"
"Επειδή πονάει. Πονάει να ξέρω ότι αποδέχεσαι μια ευτυχία που είναι κατώτερή σου. Πονάει να ψάχνεις στα λάθος μέρη και πονάει να βλέπω τις ανασφάλειές σου να πολλαπλασιάζονται. Για μένα πονούσε δυο φορές πιο πολύ. Μια επειδή πονούσες εσύ...ΕΣΥ. Και μια γιατί είχα αποτύχει, είχαμε αποτύχει, το ανθρώπινο είδος είχε αποτύχει. Και γιατί δεν ξέραμε τι θέλαμε.Θα σε ξαναρωτήσω μια και τελευταία φορά. Και μετά θα κάνω ότι μου πεις. Είτε θα φύγω, είτε θα μείνω-
"Για πόσο θα μείνεις;" την έκοψε εκείνος.
"Για όσο χρειαστεί. Η ερώτησή μου είναι η προηγούμενη. Δε θέλω να ξέρω αν είσαι ικανοποιημένος. Θέλω να ξέρω αν είσαι ευτυχισμένος", είπε εκείνη. Προχώρησε προς το μεγάλο παράθυρο του τέταρτου΄. Κοίταζε κάτω. Ήξερε ότι κι εκείνος κάθε μέρα κοίταζε κάτω. Το ένιωθε. Ένιωθε ότι κάθε μέρα που εκείνος κοιτούσε το γκρίζο -γκρίζος ο δρόμος κάτω,γκρίζα και τα κτίρια γύρω γύρω,γκρίζος κι ο ουρανός πάνω..- σκεφτόταν το τέλος. Το τέλος της ζωής του. Σκεφτόταν ότι δεν ήθελε να είναι γκρίζο, ότι δεν ήθελε να είναι όπως τώρα. Δεν είχε όμως τη δύναμη να προσπαθήσει, δεν ήταν σίγουρος. Ποτέ δεν ήταν σίγουρος για τίποτα. Αυτή η ανασφάλεια κατέκλυζε κάθε μόριο του χαρακτήρα του και τον εμπόδιζε να ανακαλύψει πόσο όμορφο άτομο ήταν. Έψαχνε στην τσάντα τα τσιγάρα της, ήθελε να τα πετάξει μέσα στο γκρίζο. Ήθελε να εξαλείψει κάθε ίχνος γκρίζου από τη ζωή της, από τη ζωή του, από τις ζωές τους, από τη ζωή τους.
"Να μείνεις θέλω. Για όσο χρειαστεί", είπε εκείνος και στα μάτια του φαινόταν ότι το εννοούσε.

 

Καληνύχτα:)

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

la brasserie.




Θυμάμαι εκείνες τις καλοκαιρινές νύχτες.
Περπατούσαμε πάνω κάτω το λιμενοβραχίονα όλοι μαζί.
Κάποιες φορές φύσαγε και τα κύματα υψώνονταν τρομακτικά.
Κι εμείς μέναμε πριν το κάστρο, δεν περνούσαμε ποτέ το σημείο με τα κύματα.
Ίσως αυτό να ήταν το πρόβλημα, ότι και οι δύο φοβόμασταν πολύ να περάσουμε εμπόδια.
Κι έτσι μέναμε σ'εκείνο το παγκάκι.
Μόνο την τελευταία μέρα πριν φύγεις περάσαμε το στενό σημείο δίπλα στο κάστρο.
Και τότε φύσαγε, αλλά δε φοβηθήκαμε τα κύματα.
Εξάλλου ήμασταν όλοι μαζί, είχε φεγγάρι και σε λίγες ώρες θα ξημέρωνε η τελευταία μέρα.
Είδες, στο τέλος τολμήσαμε, και τελικά δεν ήρθε πάνω μας ούτε σταγόνα.
Έχω να πλησιάσω το λιμενοβραχίονα από εκείνη τη μέρα, όχι εσκεμμένα, απλά έτυχε.
Το έχουν αυτό οι άνθρωποι. Μοιάζουν πάντα πιο όμορφοι, την ώρα που φεύγουν.” 
διάβασα κάπου πρόσφατα.




Καληνύχτα.


Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

Διάφανες διαφωνίες

- Θα βρέξει.
- Δεν νομίζω, δεν έχει καν σύννεφα.
-Ξεχνάς ότι είμαστε σε διαφορετικά μέρη; Διαφορετικές πόλεις, και μάλιστα πόλεις που απέχουν αρκετά μεταξύ τους!
Μα αυτό είναι το θέμα, σκέφτηκε. Ότι οι άνθρωποι αναγκαστικά χωρίζονται, τραβούν διαφορετικούς δρόμους. Φεύγουν για να προσαρμοστούν αλλού, να γνωρίσουν άλλα άτομα κι άλλα μέρη, κι έτσι πρέπει, γιατί αυτό είναι η ζωή, το ταξίδι. Γέμισε ένα μικρό βαζάκι με νερό και σκεφτόταν τι χρώμα να το βάψει. Τελικά το άφησε έτσι όπως ήταν, διάφανο, διαυγές, διφορούμενο. Απ'τη μια ξεκάθαρο, χωρίς μυστήρια. Απ'την άλλη το διάφανο αποτελούσε από μόνο του ένα μυστήριο. Έτσι είναι όλα τα νοήματα στη ζωή, σαν του χρησμούς της Πυθίας, διφορούμενα. Εμείς επιλέγουμε πως θα τα εκλάβουμε, εμείς επιλέγουμε πως, γιατί κι υπό ποιες συνθήκες θα τα αποκρυπτογραφήσουμε. Εμείς επιλέγουμε τι θα πιστέψουμε. Κι έτσι ξέρουμε ότι κρατάμε τη ζωή μας στα χέρια μας, νομίζουμε...Την ελέγχουμε, νομίζουμε. Δεν υπάρχει τύχη, ή πεπρωμένο για εμάς, αυτές είναι έννοιες αόριστες, εμείς πραγματοποιούμε τις επιλογές μας, νομίζουμε. Κι έτσι είναι. Απλά υπάρχει ένας αστάθμητος παράγοντας, τα συναισθήματά μας. Κι είμαστε τόσο κυκλοθυμικοί. Τη μια χανόμαστε στη μελαγχολία μας, την άλλη στα νεύρα μας, κι ίσως κάπου κάπου στη χαρά μας, μέχρι να ξαναβρεθούμε μόνοι μας μπροστά στο διάφανο αυτό βαζάκι της ζωής, να το κοιτάμαι γονατιστοί και ν'αναρωτιόμαστε τι χρώμα να του ρίξουμε μέσα. Μέχρι που κάποια στιγμή το λεπτό κρύσταλλο θα σπάσει και το υγρό θα γίνει ένα με το δάπεδο, και διαφανές καθώς θα -γιατί ποτέ δεν προκλαβαίνουμε τελικά να το χρωματίσουμε- είναι θα το χάσουμε μια για πάντα. Θα εξαφανιστεί αφήνοντας ίχνη ανύπαρκτα, ίχνη άυλα, ίχνη που μόνο εμείς αντιλαμβανόμαστε, γιατί θυμόμαστε το βαζάκι. Θα μιλάμε σε όλους γι αυτό, θα λέμε "Ξέρεις, όταν ήμουν μαθήτρια" , "Όταν ήμουν φοιτητής", "Όταν πήρα ένα τυχαίο λεωφορείο..","Όταν έγραψα ένα βιβλίο...","Όταν φίλησα την τάδε..","Όταν γέννησα το γιο μου" περιγράφοντας τόσο λεπτομερώς τη σύσταση του διάφανου υγρού. Θα θυμόμαστε τη γεύση, την οσμή, την αίσθηση του κάθε υλικού, μα ποτέ δε θα'μαστε σε θέση να το φτιάξουμε εμείς. Ούτε βέβαια να το μαζέψουμε, γιατί το βαζάκι θα'χει σπάσει, και τα υγρά δεν έχουν καθορισμένο σχήμα, παίρνουν το σχήμα του δοχείου που τους διατίθεται. Θα διασκορπιστεί, λοιπόν, το διάφανο εκείνο υγρό, παντού γύρω μας, κι εμείς θα το ψάχνουμε στα τυφλά. Όμως δε θα το βρούμε ποτέ, γιατί πάντα ψάχνουμε με τα μάτια και ποτέ με την καρδιά.

-Πρέπει να βγω.
-Κι εγώ, έχω διάβασμα.
-Γεια.
-Τα λέμε.
Κάποτε, κάπου, κάπως, με κάποιους ή χωρίς. Απλά, να, θα 'θελα να ξέρω ότι δεν προσπαθώ μόνο εγώ γι αυτό.


Υ.Γ. Θα πάω θα πάω θα πάω θα πάω. Ζήλεια!

Υ.Γ.2. Έχε το νου σου να παραλάβεις ένα φάκελο αύριο-μεθαύριο.

Καλό απόγευμα :)


Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Μέσα από σένα

Προσπαθώ πάνω από έξι φορές μα ο αναπτήρας δεν ανάβει. Γυρνάω τη ροδέλα, απότομα. Μαυρίζει το δέρμα στον αντίχειρά μου μα η πολυπόθητη φλόγα δε λέει να εμφανιστεί.Τον παρατάω στην κουπαστή της σκάλας του μετρό και τον παρακολουθώ να ακολουθεί την κυλιόμενη λωρίδα. Χτυπάει τον αγκώνα ενός νεαρού. Φεύγω, εξαφανίζομαι.

Ο αναπτήρας χτύπησε ξαφνικά το χέρι μου, γύρισα να δω, μα όποιος τον άφησε είχε φύγει ή δεν έμοιαζε να νοιάζεται. Τον έβαλα στην τσέπη μου ασυναίσθητα. Δεν κάπνιζα ή τουλάχιστον δε θεωρούσα τον εαυτό μου καπνιστή όσο κι αν σε κάποιες περιπτώσεις ένιωθα εκείνη την όρεξη να ανάψω τσιγάρο. Βγαίνοντας από το σταθμό του μετρό εκείνο το απόγευμα με περίμενε η τότε κοπέλα μου στη στάση για να μου ζητήσει "χρόνο". Μαλακίες ρε, είχε βρει έναν τύπο εκεί πέρα και δεν είχε καν τα κότσια να είναι ειλικρινής. Μου είχε γαμήσει την ψυχολογία. Εκείνο το απόγευμα σηματοδότησε την περίοδο που ξεκίνησα να καπνίζω, και πάλι όχι φανατικά. Δε μου το επέτρεπε ο αναπτήρας, ήθελε πολλή δύναμη και συνήθως μέχρι να ανάψω το τσιγάρο μου είχε φύγει η όρεξη. Σε μια τέτοια γαμημένη φάση πάνω ο αναπτήρας μου έδωσε τόσο στα νεύρα που τον παράτησα στο παγκάκι στο Σύνταγμα κι έφυγα.

Κάθισα στο παγκάκι ζαλισμένη, έτοιμη να λιποθυμίσω από τη ζέστη της αποπνικτική Αθήνας. Κι εκεί με περίμενε η μεγαλύτερη έκπληξη! Ο αναπτήρας που μες στα νεύρα μου είχα πετάξει στο μετρό εκείνη τη μέρα που με απέλυσαν απ' τη διαφημιστική. Η Αθήνα δεν παλεύεται πραγματικά μέρες σαν κι αυτές. Έτσι αποφάσισα να κάνω μια τρέλα κι εγώ, εκεί στα εικοσιπέντε μου πια, λες κι ήμουν καμιά κοπελίτσα που μόλις τέλειωσε το σχολείο κι έψαχνε την ελευθερία της. Μα κι εγώ έτσι ήμουν, την ελευθερία μου έψαχνα, απλά δεν το ήξερα ακόμα.

Ξαναβρήκα τον αναπτήρα ξεχασμένο ανάμεσα στα καθίσματα του κτελ μόλις κι οι τελευταίοι επιβάτες αποβιβάστηκαν στη Θεσσαλονίκη κουρασμένοι απ'το εξάωρο ταξίδι. Μου άρεσε να μένω τελευταίος, να κόβω βόλτες στο άδειο τραίνο πριν με κατεβάσει το προσωπικό. Ο αναπτήρας ήταν πανομοιότυπος με εκείνον που είχα βρει στο σταθμό του μετρό τη μέρα που με παράτησε η Έλενα τέσσερα χρόνια πριν. Τώρα πια σπούδαζα εδώ, ζούσα εδώ, μα πηγαινοερχόμουν τακτικά στην Αθήνα ίσα να παίρνω τάπερ με φαγητό απ'τη μάνα μου. Ο αναπτήρας εκείνος ήταν που με έκανε να αρχίσω το κάπνισμα τότε στα δεκαεφτά μου...Και δεν είχε και τίποτα ιδιαίτερο να φανταστείς, μόνο ημερομηνίες σκαλισμένες πάνω του. Κάθε φορά που με ξανάβρισκε είχε και μια καινούρια και κάθε φορά που νευρίαζα μαζί του, πριν τον ξεφορτωθώ χάραζα κι εγώ μια. Μα σήμερα όλες οι ημερομηνίες είχαν καλυφτεί από μια φράση μοναχά "Μην ψάχνεις αυτό που κάποτε θα έρθει σε εσένα, ζήσε εκείνο το διάστημα ελευθερίας πριν σε ξαναβρεί". Όχι ρε πούστη μου, τώρα δεν έχει χώρο για άλλες ημερομηνίες, σκέφτηκα νευριασμένος και παράτησα τον αναπτήρα πίσω στο κάθισμα μια για πάντα..
 



Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

Αντικατοπτρισμοί

Κοίταζα απ'το παράθυρο, όπως κάνω κάθε φορά που βαριέμαι διαβάζω. Ξαφνικά τράβηξε την προσοχή μου ένας άντρας στην απέναντι βιτρίνα. Κοίταζε φαινομενικά προσηλωμένος, πιο προσηλωμένος απ'όσο οποιονδήποτε άλλον, ειδικά αν σκεφτείς ότι η βιτρίνα απέναντι ανήκε σ'ένα κενό εγκαταλελειμένο κτίριο. Ύστερα έβγαλε ένα κομμάτι χαρτί από το μεγάλο ταξιδιωτικό σάκο του, έγραψε κάτι, και το κόλλησε στη βιτρίνα. Μου είχε κινήσει τόσο πολύ την περιέργεια που παρά το κρύο βγήκα έξω με τις πιτζάμες και το φλυτζάνι καφέ στο χέρι κι έτρεξα να διαβάσω το σημείωμα. Όταν έφτασα μπροστά στη βιτρίνα ο άντρας ήταν άφαντος-όπως περίμενα. "Ονομάζομαι Ντέιβιντ Ένστελ και τα ελληνικά μου δεν είναι τόσο καλά. Είμαι ζωγράφος. Ψάχνω ένα μέρος, παλιό κατά προτίμηση,, που δε χρησιμοποιείται για να το κάνω στούντιο. Αντί ενοικίου προσφέρω πίνακες ζωγραφικής" Από κάτω υπήρχε το τηλέφωνό του. Πήρα το χαρτάκι κι έτρεξα πίσω στο σπίτι. Δεν είχα καμιά λύση στο πρόβλημά του. Ήμουν ανήλικη έτσι κι αλλιώς. Απλά κάτι σ'αυτόν τον άντρα, κάτι στην έκφραση, στην κορμοστασιά, στις κινήσεις του. Φαινόταν τόσο γνώριμο. Μετά από λίγα τουυυυτ της γραμμής ακούστηκε μια βαθιά, μπάσσα φωνή, με ξενόφερτη προφορά. 
-Παρακαλώ;
-Βρήκα ένα σημείωμά σας. Τι ζωγραφίζετε;
-Τα πάντα. Πιο πολύ τοπία ή χώρους. Αλλά κι οτιδήποτε άλλο. Έχετε χώρο σαν αυτό που ψάχνω;
-Θα ήθελα να δω πρώτα έργα σας. 
Του είπα να περάσει από το σπίτι σε ένα δύωρο. Θα είχε γυρίσει και η Στέλλα (η μάνα μου) και δε θα ήμουν μόνη εδώ. Δεν ξέρω τι έψαχνα από αυτόν τον άντρα. Έμοιαζε πολύ μεγαλύτερος. Ήταν. Η ώρα περνούσε, όμως εκείνος ήταν άφαντος. Δεν του είχα πει οτιδήποτε για την ηλικία μου ή για το ότι δεν διέθετα καν αυτό που ζητούσε. Απλά ίσως βρήκε αυτό που να έψαχνε. Ίσως, ίσως. Δε θα μάθαινα ποτέ γιατί ένιωθα ότι συνδεόμουν τόσο με αυτόν τον άνθρωπο.

Μετά από δύο μήνες πίσω στην Ελλάδα νομίζω ότι το βρήκα, αυτό που έψαχνα. Γύριζα κάθε μέρα την πόλη, με διαφορετική ταυτότητα κάθε λίγο. Προσποιούμενος ότι έψαχνα για κάτι διαφορετικό κάθε φορά. Όμως στην πραγματικότητα ένα πράγμα έψαχνα, εκείνη. Έπαιρνα όποια ιδιότητα μου τη θύμιζε, ζωγράφος, φωτογράφος, πλανόδιος μουσικός, άλλαζα τις δουλειές σε κτίρια και συνοικίες σαν τα πουκάμισα ψάχνοντας για εκείνη. Κι ενώ περνούσα το κατώφλι της πολυκατοικίας που με είχαν προσκαλέσει για την τωρινή αναζήτησή μου-έχοντας ήδη καθυστερήσει αρκετά-, κάποιος μου κράτησε την πόρτα του ασανσέρ ανοιχτή για να περάσω. Μέχρι που γύρισε και με κοίταξε. 
-Στέλλα; Η φωνή μου ήταν αβέβαιη. Δεν ήξερα αν με είχε αναγνωρίσει, αν ήταν πράγματι αυτή ή αν την έβλεπα επειδή ήθελα να τη δω. Η έκπληξή της ήταν ολοφάνερη, αλλά αντέδρασε με τρόπο που με ξάφνιασε. Η πόρτα του ασανσέρ έκλεισε απότομα μπροστά στα μάτια μου. Κι εγώ μετά από δύο κλάσματα του δευτερολέπτου ξεκίνησα να ανεβαίνω τρέχοντας τις σκάλες προσπαθώντας να προλάβω το ασανσέρ την ώρα που θα σταματούσε. Έφτανα στον τρίτο όταν άκουσα την πόρτα να ανοίγει.
-Στέλλα περίμενε. Σε έψαξα, σε έψαχνα, μήνες, χρόνια τώρα. Κοίτα με, μίλα μου.
Η γυναίκα προχωρούσε ακάθεκτη, μέχρι που τον ένιωσε να τη γραπώνει. 
Όχι, δεν έπρεπε να τον κοιτάξει, δεν έπρεπε να του μιλήσει.Είχε να τον δει δεκαέξι χρόνια αλλά το ήξερε ότι θα έλιωνε ξανά, θα κατρακυλούσε, θα έτρεχε στην αγκαλιά του όπως κάθε φορά. Και πάλι θα τον ξανάχανε όταν εκείνος θα βαριόταν, όταν η ανήσυχη φύση του θα έψαχνε και πάλι κάτι καινούριο -είτε ταξίδι, είτε ασχολία, είτε μανία-, για να ξαναγυρίσει πάλι σ'εκείνη λίγο καιρό μετά. Στα λίγα δευτερόλεπτα που δίστασε, στα λίγα δευτερόλεπτα που σταμάτησε για να σκεφτεί, να αναλογιστεί τα περασμένα, εκείνος την έσφιξε στα χέρια του, τον ένιωσε πάλι κοντά της, ένιωσε πάλι την καρδιά της να ξυπνά.

Ακούγονταν φωνές απ'έξω, κάποιος φώναζε τη μητέρα μου. Η φωνή ακουγόταν γνώριμη αλλά δε μπορούσα να σκεφτώ ακριβώς. Άνοιξα την πόρτα τρομοκρατημένη και δυο μάτια καταγάλανα, ίδια με τα δικά μου, με κοιτούσαν απωθητικά, σαν να παραβίαζα την πιο κρυφή στιγμή τους. Ήξερα καλά αυτό το βλέμμα, το έβλεπα τόσο συχνά στον καθρέφτη. Μα και τώρα έτσι ήταν, σαν να κοίταζα πάλι στον καθρέφτη.





Συνέχισα να διαβάζω. Είχα δυσκολία να συγκντρωθώ. Έπλαθα συνέχεια ιστορίες. Κοίταξα κλεφτά απ'το παράθυρο. Η απέναντι βιτρίνα ήταν άδεια. Ο δρόμος ήταν άδειος. Δε θα γνώριζα ποτέ τον πατέρα μου.
Δύο δευτερόλεπτα μετά χτύπησε το κουδούνι.
Έτρεξα να ανοίξω και κόντεψα να λιποθυμίσω. "Ονομάζομαι Ντέιβιντ Ένστελ" ξεκίνησε να λέει ο κουστουμαρισμένος άντρας στην εξώπορτα, μα κοκάλωσε κοιτάζοντας τα μάτια μου, και μ'έσφιξε στην αγκαλιά του.

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012

Οπτασίες (κι ένα μπλογκ δύο χρόνων!)

Έτρεχε σ'ένα λευκό διάδρομο. Οι τοίχοι ήταν λευκοί, τα πλακάκια και το ταβάνι το ίδιο. Εκείνη φορούσε ένα φόρεμα κόκκινο, μέχρι το γόνατο, αέρινο, και τα μάτια της ήταν δεμένα με μια κορδέλα μαύρη. Δεν έβλεπε, μα και να τα άνοιγε δε θα'βλεπε μέσα στη λαμπερή μονοτονία του λευκού. Διένυε χιλιόμετρα λευκής έκτασης καθημερινά. Ήξερε ότι απ'την ανατολή έως τη δύση θα προλάβαινε να διανύσει το λευκό διάδρομο. Απ'την ανατολή έως τη δύση του ήλιου. Απ'την αρχή ως το τέλος του διαδρόμου. Και την νύχτα η αντίθετη πορεία. Απ'το πέρας πάλι πίσω στην αρχή. Απ'τη δύση στην ανατολή, ξημέρωσε. Όμως ο διάδρομος δε μαύριζε τη νύχτα, παρέμενε λευκός. Γι αυτό προτιμούσε να διανύει διαδρόμους αντί για δρόμους, να αγγίζει τοίχους αντί για ανθρώπους, να 'ναι όλα γύρω της λευκά κι αυτή να βλέπει μαύρα αντί να 'ναι όλα κατάμαυρα κι αυτή να τα νομίζει ως άσπρα. Χίλιες φορές ντυμένη κατακόκκινα -να αντιτίθεται και να ξεχωρίζει- απ'ότι να 'ταν στα μαύρα ή στα λευκά. Δεν υπήρχαν άλλα χρώματα, μόνο το λευκό, το δέρμα της, το μαύρο, τα μαλλιά της, το κόκκινο τα ρούχα της. Πάντα αυτά τα χρώματα υπήρχαν, μόνο που να, κάποτε άσπρα ήταν τα όνειρά της, μαύρη η ζωή της, και κόκκινη η ίδια, ματωμένη, πληγωμένη. Κι όμως, μπόρεσε να σηκωθεί ξανά.Ίσως να'ταν καλύτερα να μην είχε σηκωθεί ποτέ αν ήταν να φοβάται. Τώρα τριγυρνάει μόνη σε ένα λευκό διάδρομο κάθε μέρα για να νιώθει ζωντανή. Ξαφνικά το λευκό θάμπωνε. το μαύρο στα μάτια της θάμπωνε. Ένιωθε το φόρεμα να θαμπώνει κι αυτό να γίνεται ροζ, ύστερα πιο απαλό, κι ακόμα πιο απαλό και τέλος πάλλευκό, κι εκείνη να χάνεται, να απορροφάται από το άσπρο όπως και κάθετι άλλο.

-Δε θα καταφέρει να βγάλει το βράδυ, πρέπει να αποφασίσετε αν θα δωρίσετε τα όργανά της.
-Πάρτε ότι θέλετε. Μόνο τα όνειρά της αφήστε μου, μόνο τις σκέψεις και τις αναμνήσεις της, τα συναισθήματά της. Εγώ αυτά θέλω. Κλείστε τα σ'ένα από εκείνα τα λευκά κουτιά με τους κόκκινους σταυρούς και μεταφέρτε τα επειγόντως εκεί που οι άνθρωποι έχουν χάσει κάθε ελπίδα, κάθε ίχνος καλοσύνης κι ονείρου. Τα δικά της θα φτάσουν για όλους.

 

Κι αν θες να δεις τ'αληθινά να καίνε πρέπει στο ύψος της φωτιάς ν'ανέβεις!

Το μπλογκ έκλεισε αισίως δύο χρόνια, δίπλα μου ή μάλλον μαζί μου, ή μάλλον μέσα μου και παντού στη ζωή μου. Τις τελευταίες ημέρες σκεφτόμουν σοβαρά να το κλείσω, όπως με πιάνει ανά περιόδους, αλλά να'ναι καλά ο Β*. Ευχαριστώ όσους διαβάζουν τα κείμενά μου γιατί όπως και να το κάνουμε με κάνει να χαμογελώ το γεγονός ότι σε κάποιους αρέσει ο τρόπος που εκφράζομαι. Ωστόσο σκοπός μου παραμένει να είναι να εκφραστώ και μόνο, και να ξεσπάσω. Γι αυτό μπορεί να μην απαντάω στα σχόλιά σας τελευταία, ωστόσο θα φροντίσω να το διορθώσω αυτό. Καθυστερημένα καλό μήνα, και καληνύχτα. Βροχοποιός.


Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012

And of an era

Και να'μαστε πάλι οι δυο μας, σε μια εύθραυστη κατάσταση. Μια απ'τις πολλές, μια απ'αυτές που πιστεύουμε ότι ποτέ δε θα διορθωθούν, ποτέ δε θα είναι όπως πριν. Κι όμως πάντα υπάρχουν οι προυποθέσεις να είναι καλύτερα από πριν. Απλά νομίζω ότι κατρακυλάω ξανά. Ανακαλύπτω μειονεκτήματα που είχα περιορίσει στο ελάχιστο, ή έτσι μου λένε. "Σταμάτα να παρεξηγείς τόσο εύκολα", ναι σωστά, όταν αντικρίζεις μια σκηνή που δεν περίμενες και δε φανταζόσουν ποτέ εσύ φταις που την είδες. Εξάλλου αν δεν την είχες δει, ποιος σου λέει ότι θα μάθαινες κι όλας γι αυτή; "Τι έγινε νευρίασες που δε σου το είπαμε;" Όχι ρε, αφού δε νευριάζω, πια. Ή μάλλον "νευριάζω" κάθε τρεις και λίγο, αλλά με μέγιστη διάρκεια εκατόν είκοσι δευτερόλεπτα. Απλά είναι εκείνη η απογοήτευση που νιώθεις, απ'τους γύρω σου αρχικά, κι έπειτα ανακαλύπτεις πως ο μόνος που φταίει είσαι εσύ, πως ο μόνος που δεν είναι αρκετός είσαι εσύ. Κάθε πέτρα που σηκώνεις είναι και μια νέα ανακάλυψη, απ'αυτές που σου αφήνουν πληγές ανεξίτηλες, από εκείνες που δε φαίνονται, που χαράζονται στην ψυχή σου με μελάνι διάφανο, με η κάθε χαρακιά πονάει. Κι εσύ συνεχίζεις να ανασηκώνεις πέτρες, από χαλίκια μέχρι βράχους, ακόμα κι όταν δεν έχεις τη δύναμη στο τέλος τα καταφέρνεις. Σε κάθε πέτρα που σηκώνεις ανακαλύπτεις κάτι που σε αλλάζει, σε σημαδεύει, σε πονάει. Όμως οι πέτρες δε λένε να τελειώσουν κι εσύ δε μπορείς να ηρεμήσεις αν δεν τις σηκώσεις όλες. Και στο τέλος τι θα γίνει; Στο τέλος θα χαθούν οι πέτρες, και το όποιο ενδιαφέρον υπήρξε στη ζωή σου μέχρι τώρα. Θα μείνεις μόνη κοριτσάκι, μα πάντα μόνη δεν ήσουν έτσι κι αλλιώς;