Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

Βότσαλα της βροχής

Κοίταζε το μικρό κοριτσάκι στην παραλία που μάζευε βότσαλα. Έδειχνε τόσο χαρούμενο, κι ας ήταν μόνο του. Φώναζε κάθε φορά που έσκαγε ένα κύμα στην ακτή, κι έπειτα προσπαθούσε να μαζέψει βρεγμένα βότσαλα πριν έρεθει το επόμενο κύμα. Τα τοποθετούσε προσεκτικά σε μια πάνινη τσάντα που είχε μουλιάσει απ'το θαλασσινό νερό, και το χρώμα της είχε ξεβάψει απ'το αλάτι. Το δικό του κοριτσάκι είχε φύγει, χρόνια τώρα. Αυτό εδώ, το κορίτσι της παραλίας, θα μεγάλωνε, θα έκανε φιλίες, σχέσεις, θα σπούδαζε, θα έκανε τα δικά του όνειρα. Το δικό του πάλι πήρε μερικές ανάσες στο θάλαμο του νοσοκομείου, κι ύστερα έφυγε, πριν προλάβει ν'αντικρίσει τον κόσμο. Εκείνος θυμόταν τόσο έντονα την εικόνα του νοσοκομειακού θαλάμου. Νόμιζε ότι οι κραυγές του ίδιου, της Έλλης, όλων, ηχούσαν ακόμη στ'αυτιά του. Μα πιο πολύ απ'όλα θυμόταν τα μάτια της κόρης του. Είχαν εκείνο το σκούρο μπλε της ατίθασης, φουρτουνιασμένης θάλασσας. Απ'τη στιγμή που έχασε τη δική του θάλασσα βρίσκει καταφύγιο στη μικρή παραλία με τα βότσαλα, μετρώντας τα κύματα και παρακολουθώντας τις ζωές των άλλων να εκτυλίσσονται γύρω του.

Είκοσι χρόνια αργότερα

Η Ισμήνη είχε πατήσει τα εικοσιπέντε πια. Καθόταν σκεφτική στην ακροθαλασσιά προσπαθώντας ν'ανάψει τσιγάρο. Φυσούσε υπερβολικά πολύ για πρωινό του Σεπτέμβρη. Παράτησε τις άκαρπες προσπάθειές της και πέταξε το άγγιχτο τσιγάρο λίγο πιο πέρα, στα γκρίζα βότσαλα της γνώριμης παραλίας. " Δε γαμιέται" ψυθίρισε και λίγο μετά έβαλε τα κλάματα κρύβοντας το πρόσωπό της στις παλάμες της. Δεν ήθελε να κοιτάει τη θάλασσα γιατί της θύμισε τα γκρίζα μάτια εκείνου, ειδικά αυτό το μουντό πρωί της Πέμπτης. Ήθελε μόνο ν'ακούει το φλοίσβο των κυμάτων που της θύμιζε τόσο την ανάσα του. Τώρα κάθε πρωί ξυπνούσε μόνη σ'ένα δωμάκριο τόσο γεμάτο από τη νεκρική αυτή σιωπή. Εκείνος ήταν τόσο μακριά, κι η απουσία του τόσο έντονη στη ζωή της, αν είχε ακόμα ζωή. Τι ήθελε κι εκείνος ο μεσήλικας, κάθε μέρα τόσα χρόνια τώρα.. Απ'όταν θυμόταν τον εαυτό της να'ρχεται σ'αυτήν την παραλία θυμάται κι εκείνο τον κύριο με τα γένια και τα φθαρμένα τζιν να κάθεται κάθε πρωί στη θάλασσα και να την κοιτάει μ'ένα βλέμμα άδειο,απλανές...

Μα κάποιες φορές η απουσία εκείνων που έζησες μαζί τους είναι το ίδιο ισχυρή με αυτή εκείνων που δεν πρόλαβες καν να γνωρίσεις...










Καλό απόγευμα :)

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Είσαι το πιο λευκό χρώμα απ'τις σκέψεις μου.

Η Βιολέττα ήταν γενικά νευρικό άτομο. Δάγκωνε το κάτω χείλος της όταν ένιωθε αμηχανία. Έκανε έντονες κινήσεις με τα χέρια της όταν μιλούσε. Μιλούσε πολύ. Γελούσε με όλο της το είναι. Αυτοσαρκαζόταν κι έκανε τους άλλους να γελούν. Έκανε τη χαζή μα ήταν έξυπνη. Με τον όρο χαζή δεν εννοώ κάτι που σε απωθεί, κάτι ψευτοναζιάρικο. Ούτε χαριτωμένο ήταν, ήταν απλά αστείο, σε έκανε να απογοητεύεσαι από τις παιδιάστικες απορίες της αλλά χωρίς να θυμώνεις. Κάποιες μέρες σκεφτόταν πολύ. Νομίζω ότι της έκανε κακό να σκέφτεται και να υπεραναλύει καταστάσεις, τη μελαγχολούσε. Ένα ήρεμο βράδυ Κυριακής, λοιπόν, ενώ περπατούσε στους έρημους, μα κατάφωτους δρόμους της πόλης, βρήκε ένα χαρτάκι κολλημένο σε μια στάση λεωφορείου με λίγες γνώριμες λέξεις γραμμένες πάνω, με μελάνι μπλε και γράμματα τακτοποιημένα, προσεγμένα, μα όχι καλλιτεχνικά ή περίτεχνα. Αν θέλεις να με βρεις να παίζεις, να νιώθεις, να ζεις. Αν πάλι δε μπορείς μη φύγεις, μη χαθείς. Ξεκόλλησε το χαρτάκι, κάθισε στο πεζοδρόμιο στηρίζοντας το κεφάλι στα χέρια της κι ένιωσε εικόνες να την κατακλύζουν. Εκείνη η συναυλία ένα χρόνο πριν, είχε ακούσει αυτό το τραγούδι ζωντανά, είχε μαγευτεί πραγματικά. Και τώρα έπρεπε να αποφασίσει...Θα συνέχιζε να παίζει, να νιώθει και να ζει; Ή θα επέτρεπε στις σκέψεις της να την κυριεύσουν, να την κάνουν να λυγίσει, να δακρύσει; Σηκώθηκε ψύχραιμα, περπάτησε ευθεία μπροστά, αποφεύγοντας τις γραμμές στόκου ανάμεσα στις πλάκες του πεζοδρομίου, τσαλάκωσε το χαρτάκι και το έριξε στην ανακύκλωση. Πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε να περπατάει παίζοντας με τούφες των μαλλιών της, νιώθοντας μια ανακούφιση κι ένα ευχάριστο αίσθημα να την πλημμυρίζουν και έχοντας αποφασίσει να ζήσει τη ζωή της αντιμετωπίζοντας οποιαδήποτε πρόκληση. Είχε πάρει τις αποφάσεις της, δε θα άφηνε τη ρουτίνα να την καταπιεί και θα σταματούσε να αναπολεί τόσο συχνά στιγμές περασμένες. Χαμογέλασε και πάτησε μια γόπα κάποιου περαστικού που φώτιζε ελαφρά πεταμένη στο δρόμο, όπως είχε πατήσει τόσο καιρό κάθε συναίσθημά της πραγματικό, όπως είχε συμπιέσει κάθε επιθυμία της για να χωρέσει στην καθημερινότητά της.


Καληνύχτα!

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Days are forgotten.

Έβαλε τα λευκά ακουστικά στα αυτιά του καθώς το αεροπλάνο απογειωνόταν.
Άκουγε το γνώριμο βόμβο και λίγο αργότερα βρισκόταν ανάμεσα στα σύννεφα.
Άφηνε την αγαπημένη του πόλη για μια άλλη, εξίσου όμορφη, που δεν έπαυε να είναι άλλη όμως.
Η ζωή είναι ταξίδι με πολλούς σταθμούς. Το αεροπλάνο κάνει αμέτρητες στάσεις, τα καύσιμά του είναι ανεξάνλτητα. Εμείς πρέπει να κατέβουμε υποχρεωτικά στο αεροδρόμιο, να ζήσουμε για λίγο στη γη για να αποκτήσουμε αναμνήσεις -αυτές είναι τα μαγικά ανεξάντλητα καύσιμα. Γνωρίζουμε άτομα στους σταθμούς αυτούς. Αυτά τα άτομα μας χαρίζουν τις αναμνήσεις, μέσω της ανταλλαγής στιγμών. Εμείς τους δίνουμε τις ιστορίες απ'τα ταξίδια μας κι αυτοί μας διηγούνται τις δικές τους. Κάποια στιγμή θα πρέπει να αφήσουμε πίσω το μέρος αυτό, να επιστρέψουμε στο αεροδρόμιο και να φύγουμε. Δυστυχώς, συχνά δεν καθορίζουμε εμείς τις ημερομηνίες αναχώρησης, και ακόμα χειρότερα, πολλές φορές δε μπορούμε να τις αλλάξουμε, δε μπορούμε να παρατείνουμε την παραμονή μας ή να φύγουμε πιο γρήγορα απ'όσο θα θέλουμε. Είμαστε αναγκασμένοι να ψάξουμε για τις αναμνήσεις -να τις δημιουργήσουμε-, αυτές μας δίνουν την ώθηση να συνεχίσουμε να ταξιδεύουμε. Πολλοί άνθρωποι από αυτούς που γνωρίζουμε θα ταξιδεύουν μαζί μας, ακόμα κι αν δεν κάθονται δίπλα μας στο αεροπλάνο. Οι ιστορίες τους θα μας συντροφεύουν όταν νιώθουμε μόνοι, στιγμές σαν κι αυτές που βάζουμε τα ακουστικά μας και χανόμαστε, είτε καθώς ταξιδεύουμε στον αέρα, είτε καθώς περπατάμε σ'ένα γνώριμο λιμενοβραχίονα, είτε σ'έναν άγνωστο, πολλά χιλιόμετρα μακριά. Η πορεία του ταξιδιού -άγνωστο αν είναι προσχεδιασμένη ή αν την καθορίζουμε εμείς με τις κινήσεις και τις επιλογές μας - πραγματοποιείται χωρίς χάρτη. Ο αυτόματος πιλότος, το υποσυνείδητό μας, είναι αυτός που κινεί τα νήματα τις περισσότερες φορές. Κι είναι κάποιες άλλες που ορμάμε στο πιλοτήριο και οδηγημένοι από το ένστικτό μας και μόνο καταφέρνουμε να ελέγξουμε το αεροπλάνο και να το προσγειώσουμε -ανώμαλα συνήθως- σε μέρη που έχουν καταγραφεί στο χάρτη του μυαλού μας. Μέρη απ'τα οποία έχουμε ξαναπεράσει αλλά ξαναγυρνάμε, ζητώντας απαντήσεις ή ευκαιρίες να ξαναζήσουμε ό,τι κάποτε υπήρξε, χωρίς όμως να τα καταφέρνουμε, μιας και κάθε φορά που φεύγουμε αφήνουμε πίσω μας ένα χάος στα ταξίδια των άλλων, μπλεκόμαστε στα δικά τους δρομολόγια. Κι έτσι συνεχίζει αυτή η ατέλειωτη διαδρομή, το τέλος της οποίας συναντάς όταν λιγότερο θα το περιμένεις.

Υ.Γ. Ελάχιστα από τα άτομα που συναντάς στα ταξίδια σου θα επιλέξουν να γίνουν συνεπιβάτες σου. Αυτούς να τους προσέχεις σαν τα μάτια σου, γιατί εκείνοι είναι πολυτιμότεροι από κάθε ανάμνηση και ιστορία. Αυτοί γεμίζουν τα κενά σου και καλύπτουν τις ώρες που αναρωτιέσαι κι αμφιβάλεις. Αυτοί είναι οι αφανείς ήρωες των ουσιαστικότερων στιγμών.



Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

"watch where you stray my friend"

Περιμένω απ'τους ανθρώπους περισσότερα απ'όσα θα'πρεπε ενώ ξέρω καλύτερα από πολλούς ότι οι ανθρώπινες σχέσεις είναι τόσο μα τόσο εύθραυστες. Είναι αυτό το συναίσθημα που σου μένει όταν περνάς καλά -φανταστικά ίσως- για αρκετό καιρό (ένα καλοκαίρι πιο συγκεκριμένα) κι όταν συνειδητοποιείες ότι χάνεσαι και πάλι στη ρουτίνα κι ότι ίσως στις επόμενες διακοπές να έχεις χάσει πολύ περισσότερα από όσα θα'θελες. Ελπίδα, μόνο αυτό, ελπίδα. Ελπίζω ότι δε θα χαθούμε, όσο κι αν βλέπω την όλη κατάσταση πιο θετικά από όλους μας κι όσο κι αν είμαι η μόνη που με απασχολεί τόσο το όλο θέμα. Ίσως επειδή έχασα αρκετά άλλα άτομα  την περίοδο αυτή. Ε και εντάξει όπως και να το κάνουμε δεν ήθελα να θυσιάσω κάτι χωρίς να αξίζει. Οπότε περιμένουμε, βλέπουμε πώς θα πάει. Είναι ανάγκη να είμαστε τόσο ρεαλιστές και να μην ελπίζουμε καν ότι το επόμενο καλοκαίρι ίσως μοιάζει λίγο λίγο σ'αυτό που έφυγε; 

 



There's a flower that grows in a cave
So lovely to see but need to be saved
Its' beautiful blossom will wither and die
If ever this flower leave the darkness for daylight





Πάω να διαβάσω φυσική.
Καληνύχτα!

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

Απογοήτευση.

Βγήκε απότομα από την εθνική φρενάροντας και άφησε τη μηχανή στο χώμα, φυτεμένο με πικροδάφνες, ακριβώς μπροστά στο μεταλλικό προστατευτικό κιγκλίδωμα στην άκρη του δρόμου. Κοίταζε κάτω και ζαλιζόταν. Βράχια, τραχιά, μύριζαν χώμα... και λίγο πιο μακριά -πολύ πιο κάτω στην πραγματικότητα- το απέραντο μπλε. Τα κύματα έσκαγαν στην ακτή με δύναμη τεράστια κι ο άνεμος βούιζε μες στο κεφάλι της. Έβγαλε το κράνος κι ένιωσε τα μαλλιά της να φεύγουν με τον άνεμο. Τα σύννεφα πύκνωναν στον ουρανό ενώ εκείνη έβγαζε τα ζεστά ρούχα της κι ένιωθε κάθε πόρο του δέρματος της να ανοίγει καθώς εισχωρούσε το κρύο. Άρχισε να ψιχαλίζει κι εκείνη είχε πια περάσει το κιγκλίδωμα, ένα βήμα και μετά δε θα υπήρχε άλλο. Το τελευταίο βήμα που θα έκανε θα την ένωνε με τη θάλασσα, τη στιγμή που οι χαμένες σταγόνες της βροχής ξαναγυρνούσαν εκεί που ανήκουν-αυτό έπρεπε να κάνει κι εκείνη (εξάλλου μια χαμένη σταγόνα βροχής ήταν κι αυτή!), και τον άνεμο που την παρότρυνε συνεχώς, σπρώχνοντάς την όλο και πιο πέρα.
Δε λύγισε τα γόνατά της για να πάρει φόρα. Απομακρύνθηκε από το κιγκλίδωμα και στάθηκε στη μέση του δρόμου. Όχι , δε θα άφηνε κανένα αυτοκίνητο να την παρασύρει ή να τη χτυπήσει σοβαρά. Έτρεξε με όλη της τη δύναμη, σαν να την κυνηγούσαν-μα την κυνηγούσαν, αναμνήσεις, σκέψεις, ο εαυτός της, οι άλλοι, η ζωή, η αδυναμία του χαρακτήρα της, η απάθειά της, τα ελαττώματά της, η απόρριψη, όλα- και πέταξε. Άνοιξε τα χέρια της στα πλάγια εκείνα τα δευτερόλεπτα της πτώσης. Δεν πέρασε καμιά εικόνα απ'το μυαλό της, ούτε ανάμνηση, ούτε αγαπημένα πρόσωπα ή αντικείμενα, τίποτα. Περίμενε ν'ακούσει έστω μια μελωδία στ'αυτιά της, να της δείξει ότι επιτέλους άγγιζε την ελευθερία, και πάλι τίποτα. Το σκούρο μπλε πλησίαζε, όμως τώρα έμοιαζε πιο πολύ με μια μάζα  άσπρη, αφρισμένη, θυμωμένη για ό,τι συνέβαινε. Το τελευταίο συναίσθημα που βίωσε ήταν το ζεστό νερό να αγκαλιάζει το σώμα της αντίθετα με τον κρύο αέρα.
Και εκείνη τη στιγμή άνοιξε απότομα τα μάτια της με το αίσθημα της πτώσης.
-Όλα καλά; ρώτησε εκείνος, καθισμένος στον καναπέ με το λάπτοπ ακουμπισμένο στα γόνατά του, ξενυχτώντας λόγω της δουλειάς.
-Ναι, μόνο εκείνο το περίεργο αίσθημα της πτώσης, ξέρεις της απογοήτευσης.





 Υ.Γ. Δεν ήμουν πάντα ούτε τόσο σνομπ, ούτε τόσο αναίσθητη ή κυνική. Αν γνώριζα τον παλιό εαυτό μου είμαι σίγουρη ότι θα με λάτρευα.

 Όσα κομμάτια κι μπορέσεις να ενώσεις
Δεν θα σου φτάσουν μια στιγμή για να με νιώσεις
Στα είπα όλα
Φίλα με τώρα


Καληνύχτα!

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

Σκέψεις της διαδρομής..

Πόσες φορές δεν έχουμε διαβάσει κείμενα που ξεκινούν με εκείνο το ρήμα "περπατούσε, περπατάμε, περπάτησα", σε πολλά πρόσωπα και χρόνους.. 

Περπατούσε, λοιπόν, κι εκείνος μόνος του, περνούσε από δρόμους στενούς, σκοτεινούς. Υπήρχαν στύλοι μα τα φώτα τους σπασμένα, διαλυμένα, σαν την ψυχή του ώρες ώρες. Σήμερα δεν ένιωθε έτσι, ένιωθε τις σκέψεις του βαριές, τη διαδρομή μελαγχολική. Άκουγε τραγούδια ταιριαστά στη διάθεσή του αυτή, ήξερε τα λόγια όλα απ'έξω μα δεν τραγουδούσε. Έλεγχε πάντα το δρόμο πριν περάσει απέναντι, ήταν προσεκτικός σε όλα. Σπάνια ρίσκαρε, όχι ότι φοβόταν -ίσα ίσα- , μα είχε χάσει το ενδιαφέρον του, είχε απογοητευτεί από την ομοιότητα των ημερών μεταξύ τους, απ'τις καταστάσεις κι ίσως κι απ'τα άτομα. Κι έτσι δε ρίσκαρε, υπέμενε καρτερικά την κατάσταση αυτή, μέχρι να εμφανιστεί κάτι που θα του κινούσε την περιέργεια. Μια γάτα πέρασε μπροστά του και τον κοίταξε στα μάτια για λίγα δευτερόλεπτα, ύστερα έφυγε κι αυτή αφήνοντάς τον και πάλι μόνο με συγχορδίες κιθάρας στ'ακουστικά του

 Την ίδια στιγμή κι εκείνη περπατούσε μόνη. Ένιωθε εκείνη την ψύχρα στο στον αυχένα της κι ύστερα σ'όλο της το σώμα, να τη διαπερνά -όμως της άρεσε-, της θύμιζε ότι δεν είναι μόνη, ποτέ δεν είσαι μόνος. Εκείνη έτυχε να μη φοράει ακουστικά εκείνη τη μέρα, τ'αποζητούσε όμως. Προσπαθούσε να ξεχαστεί ακούγοντας τους ήχους της νύχτας - μα φοβόταν. Μια γάτα εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά της στο έρημο σοκάκι, μα δε γύρισε να την κοιτάξει. Η κοπέλα τέντωσε το χέρι της πλησιάζοντας το ζώο, καλώντας το, μα η γάτα έφευγε-προτιμούσε τους μοναχικούς ανθρώπους, εκείνους που την κοίταζαν μονάχα μα την άφηναν να φύγει... Δεν της άρεσαν όσοι προσπαθούσαν να τη γνωρίσουν, να την καταλάβουν


Η γάτα προχωρούσε στο δρόμο ψάχνοντας εκείνον κι έχοντας εκείνη να την ακολουθεί. Και ξαφνικά αποφάσισε ότι δεν αξίζει να ξοδεύει την ώρα της ψάχνοντας τον οποιονδήποτε- εξάλλου άνθρωπος ήταν αυτός, θα είχε ήδη γίνει καπνός- κι έτσι χώθηκε στον κοντινότερο σκουπιδοτενεκέ. Η κοπέλα απογοητευμένη κάθισε στο απέναντι παγκάκι και βρήκε ένα ζευγάρι ξεχασμένα ακουστικά. Χάρηκε τόσο πολύ τη στιγμή εκείνη, τ'ακουστικά ήταν σαν σανίδα σωτηρίας στη μελαγχολία που κέρδιζε ολοένα έδαφος εναντίον της αρχικά καλής διάθεσής της.
-Περιμένετε λίγο, είναι δικά μου τα ακουστικά! Μία διστακτική μα συνάμα δυναμική φωνή την έκανε να γυρίσει. 
Και τότε εκείνος πάγωσε. Η κοπέλα είχε τα μάτια της γάτας -τα μάτια που τόσο τον γοήτευσαν πριν λίγο κι ευχήθηκε να ξανάβλεπε για μια φορά. Γι αυτό περίμενε στο παγκάκι τόση ώρα με αποτέλεσμα να ξεχάσει τα ακουστικά του φεύγοντας απογοητευμένος. Μα τελικά, τα μάτια ήταν εκεί, μεγάλα, χαμογελαστά και καλοσυνάτα. Όμως η κοπέλα είχε μια έκφραση λυπημένη, σαν να της έπαιρνες ξαφνικά τον πολύτιμο θησαυρό της... Όχι, δεν έπρεπε να είναι έτσι, η κοπέλα αυτή έπρεπε να είναι χαρούμενη, συνέχεια, το χαμόγελο της θα'ταν το πιο όμορφο του κόσμου, το ήξερε κι ας μην το είχε δει ποτέ του -φαινόταν στα μάτια της.

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

When people run in circles it's a very, very mad world...

Δεν ξέρω τι έχει αλλάξει σε εσένα ή σε μένα. Μάλλον και στους δυο μας. 
Απ'όταν μπήκε το καλοκαίρι ο τρόπος που επικοινωνούσαμε, που μιλούσαμε, άλλαξε ενώ παρέμενε φαινομενικά ο ίδιος. Πάντα αλλάζαμε, αλλάζουμε και θα αλλάζουμε.Η διαφορά είναι ότι αλλάζαμε μαζί, αλλάζουμε χωριστά και φοβάμαι ότι θα αλλάζουμε χωρίς ο ένας να βλέπει καν τις αλλαγές του άλλου.
Κάποτε έβλεπα κλήσεις σου κι έτρεχα να σε πάρω τηλέφωνο, ανησυχούσα. Τώρα απλά δε βλέπω πια κλήσεις σου. Όταν έβλεπες δικές μου ήξερα ότι θα με πάρεις πίσω, τώρα έχω κουραστεί να περιμένω. Ήξερα ότι θα έχουμε διαφορετικές παρέες -μιας και ζητάμε διαφορετικά πράγματα απ'τους ανθρώπους- αλλά θα παραμέναμε εμείς οι δύο, μαζί. Όχι εσύ κι εγώ, μα εμείς. Όπως πριν δύο χρόνια τέτοια εποχή, ένα βράδυ στην παραλία κάτω από το Τάλως που ο Νίκος με κάποιον άλλο είχαν πάει να πάρουν παγωτό κι ο Νίκος γύρισε με ένα τεράστιο κεσεδάκι και τέσσερις μπάλες από το haagen dazs. Εμείς στο μεταξύ περιμέναμε στην παραλία, είχες ξαπλώσει κι είχα ξαπλώσει με το κεφάλι μου στην κοιλιά σου, πείραζες τα μαλλιά μου και κοιτάζαμε τ'αστέρια. Γελούσες και το ένιωθα, ήξερα πώς φαίνεσαι και πώς νιώθεις χωρίς να χρειάζεται να σε κοιτάω, κι απλά άκουγα την καρδιά σου. Είμαι σίγουρη ότι θυμάσαι αυτή τη μέρα, όπως και την άλλη πριν λίγο καιρό που είχα μαλώσει με το Νίκο έξω από τον Ευκάλυπτο κι έκατσες μαζί μου σαράντα λεπτά απ'έξω, μιλώντας μου όπως κανένας άλλος -ήταν η στιγμή που ξανάνοιωσα μετά από καιρό πόσο με καταλαβαίνεις πραγματικά. Και τώρα έχουμε καταλήξει μια συνήθεια ο ένας για τον άλλο, μιλάμε χωρίς να καταλαβαινόμαστε, δε μαλώνουμε πια, δε γελάμε πια, δε συζητάμε. Σε φαντάζομαι να διαβάζεις αυτό, αν και ξέρω ότι δεν πρόκειται, και να σκέφτεσαι ότι λέω βλακείες. Απλά νιώθω ότι σε χάνω, σε έχω χάσει ήδη μάλλον. Περνάνε μέρες χωρίς να σκεφτούμε ο ένας πώς περνάει ο άλλος, αν είναι καλά, έχουμε τόσα να πούμε που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν σημαντικά, τώρα δεν είναι πια άξια λόγου.
-Τι νέα; 
-Τίποτα, όπως τα ξέρεις. Εσύ; 
-Ε κι εγώ τα γνωστά.
Θυμάμαι μια μέρα σπίτι μου που βλέπαμε ταινία και όταν τέλειωσε τραγουδήσαμε μαζί το τραγούδι των τίτλων, ξέραμε όλα τα λόγια, κι απλά ήμουν στην αγκαλιά σου κι ένιωθα ασφάλεια. Μετά, άφησες στο κομοδίνο μου μια χαρτοπετσέτα που είχες σημειώσει λίγες λέξεις που ανέτρεπαν πολλά, και λίγες μέρες μετά πήγες στη Σουηδία νομίζω -ή κάπου στη Σκανδιναβία- και γυρνώντας μου έφερες μια κάρτα που θυμάμαι κατά λέξη τι λέει, ακόμα και τώρα.
Απλά μου λείπει το να ανησυχώ για σένα, το να μιλάμε κάθε φορά που δεν είμαστε καλά και μετά να γινόμαστε. Το να με ρωτάς πώς νιώθω ή έστω κάτι για τη ζωή μου, να μου δίνεις σημασία. Δεν ξέρω αν σε έχει επιρεάσει που χαθήκαμε, αλλά και να βγούμε τώρα θα βαριόμαστε, γιατί έχουμε αλλάξει. Αν προσπαθούσαμε όμως, δε θα χρειαστεί να μιλάμε, απλά θα μ'αγκαλιάσεις και θα νιώσω όπως τότε, ασφαλής. Και μετά θα φύγεις και θα γελάς και θα πεις "Αχ αυτή η μανία της Μαρίας με τις αγκαλιές", κι εγώ θα βλέπω τα μάτια σου να γελούν και θα είμαι χαρούμενη.
Μου κοστίζει που σε χάνω, πραγματικά.
Και θέλω να σου πω ό,τι ακριβώς μου έγραψες εσύ σ'αυτή την κάρτα.
Δεν παραπονιέμαι και δε λέω ότι με γράφεις, αν ίσχυε αυτό τώρα θα σου έλεγα όσα νιώθω χωρίς να με νοιάζει τι θα πεις. Λέω απλά ότι μισώ τις συνθήκες, το χρόνο και το να αναρωτιέμαι τι φταίει, κι αν έχω αντικατασταθεί ή αν εγώ προσπαθώ να σε αντικαταστήσω και μετά να θυμώνω με τον εαυτό μου.
Να προσέχεις, όπως κι αν είμαστε εμείς, ή είσαι κι είμαι μάλλον.

Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2012

Είναι το τέλος κι η αρχή, είναι η εικόνα..Μπράβο μας που φτιάξαμε μια σάπια κοινωνία.

Λοιπόν, ώρα το μπλογκ μου να χάσει το καλό επίπεδο και τον ευγενικό χαρακτήρα που είχε αποκτήσει τους τελευταίους μήνες-μην ανησυχείτε αγαπητοί φίλοι (ή ανύπαρκτοι αναγνώστες), θα επανέλθω στο αγαπημένο σας στυλ κειμένων σύντομα, δε με χάνετε. Απλά είναι ανάγκη να εκφραστώ αυτή τη στιγμή. 
Απ' την αυγή του χρόνου, λοιπόν, απ'την εποχή που τα πρώτα ίχνη ζωής εμφανίστηκαν στο σύμπαν τούτο υποθέτω, υπήρχαν κοινωνικές τάξεις, διαμορφωμένες σύμφωνα με κάποια συγκεκριμένα κριτήρια -είτε αυτά είναι οικονομικά, είτε φυλετικά, είτε ένας συνδυασμός αυτών και άλλων πολλών (ναι, μην απορείτε, ακόμα κι οι αμοιβάδες θα είχαν διαφορές μεταξύ τους, δε μπορεί!). Σε κάθε κοινωνία υπάρχει -και καλώς υπάρχει- η τάση ανάδειξης κάποιου αρχηγού, κάποιου προσώπου με χαρακτήρα ηγετικό και ικανότητες οργανωτικές. Φυσικά, δε μπορεί να αναλάβει ολόκληρη ομάδα ένα μονάχα άτομο, γι αυτό υπάρχουν κι άλλοι πολλοί που διαθέτουν αξιώματα, το πλήθος τους είναι ανάλογο του μεγέθους της κοινωνικής ομάδας, όπως είναι λογικό. 
Κάθε κοινωνία διαχωρίζεται σε μικρότερες ή μεγαλύτερες ομάδες, με ρόλους, χαρακτηριστικά και υποχρεώσεις που συνήθως διαφέρουν από αυτά των υπόλοιπων. Έτσι και στη μαθητική κοινωνία ενός σχολείου, ή στο ευρύτερο σύνολο των μαθητών μιας πόλης, σε ηλικιακό πλαίσιο περίπου μετά τα δώδεκα, λογικό και απαραίτητο είναι να δημιουργούνται κλίκες. Δυστυχώς, λόγω των συνθηκών στις οποίες αναπτύσσονται οι σημερινοί έφηβοι, οι ιδέες τις οποίες ασπάζονται είναι φυσικά δημιουργήματα του κόσμου της τεχνολογίας, της διαφήμισης, της παραπληροφόρησης των ΜΜΕ κι όλων των άλλων παραπλήσιων δεινών των οποίων τα αρνητικά αποτελέσματα απομνημονεύεις για το μάθημα της Έκθεσης , ΖΩΟΝ, αλλά αρνείσαι να αποβάλεις από τη ζωή σου (και τώρα εγώ είμαι η κακιά τεχνοφοβική, συγγνώμη που θα σε απογοητεύσω αλλά αυτό που γράφω είναι υπολογιστής, κι αν ήμουν τεχνοφοβική δε θα είχα!). Μαζοποίηση και πάλι μαζοποίηση.
Επιστρέφω στο αρχικό θέμα · κλίκες. Νομίζετε λοιπόν όλοι εσείς, ανεγκέφαλα όντα της σημερινής κοινωνίας, ότι πρέπει να κατασκευάσετε τους εαυτούς σας σύμφωνα με κάποια στάνταρτς για να γίνετε αρεστοί, Ω η δύναμη της εικόνας. Επιφανειακοί, ρε.
  • Θα πρέπει να γίνεις τσουλάκι από τα δεκατέσσερά σου (και πιο νωρίς μη σου πω!), να τριγυρνάς στα κλαμπ και να γαμιέσαι με τον κάθε κάγκουρα ή δήθεν μάγκα που σου τρίβεται κι έτσι θα είσαι αμέσως Η δημοφιλής του γυμνασίου που θα καταλήξει το αποτυχημένο τσουλάκι - ακόμα- του λυκείου που καπνίζει κάτω απ'τη σκάλα. Είσαι και πολύ ιν κοπελιά, μπράβο. Ιν στα παντελόνια σου είναι πολλοί ρε, αυτό εννοούσα. Α ξέχασα, δε φοράς. Κι εσύ παιδί με το μηχανάκι -η κλασσική μαγκιά- δεν πας πίσω βέβαια!
  • Επίσης, σου προσφέρεται η επιλογή του ποζεριού (με τα λεφτά του μπαμπάκα φυσικά-κλίκα κλειστή σ'εκείνους που δεν έχουν πισίνες κι απαραίτητως μηχανές dslr στις μέρες μας, οπότε μη σας τρέχουν τα σάλια παιδιά των απλών δημοσίων  υπαλλήλων που φοβούνται καθημερινά για το πότε θα μπουν στην εφεδρεία). Θα φοράς μάρκες, θα χαμογελάς στα άλλα ποζεράκια και θα ξινίζεις τη μούρη σου μόλις δεις κάτι φτηνό, δηλαδή κάτω από wesc ρε φίλε.
  • Μπορείς και να αρχίζεις να μπαφιάζεις από  τα δεκαπέντε (και πολλά λέω), να συχνάζεις στα πολύ γκέττο-φάση στέκια σου, με τα "αδέλφια" ή τα μεταλάκια της εποχής. Κάποτε άκουγαν maiden και sabbath, τώρα ακούν black veil brides. Το smokey eye, το σκουλαρίκι σε μύτη-στόμα-γλώσσα-φάλι παραμένει σταθερή αξία όμως. Φυσικά με την είσοδό σου σε αυτή την κλίκα κερδίζεις αυτομάτως διαφορετικό γκόμενο κάθε βδομάδα-το πολύ. Μόνο που (όπως και στις προηγούμενες κατηγορίες) ίσως χάσεις τις φίλες σου, μιας και κάποια στιγμή οι γκόμενοι θα τελειώσουν και θα αρχίσετε να ανταλλάζετε, να σχολιάζετε και να συγκρίνετε και συνεπώς θα διαφωνείτε.
  • Φυσικά έχεις πάντα την επιλογή της εποχιακής μόδας. Θα μπορούσα να μιλήσω για τους χίπστερς ή τα emo ή τα αποτυχημένα vintage -καλά κι αυτά χίπστερ είναι-, (εξαιρούνται οι πανκς που δεν είναι εποχιακή μόδα και τα σπάνε) αλλά φεύγουν κι έρχονται. Οπότε τζάμπα θα κοπανάω τα ωραία μου τα νύχια στο πληκτρολόγιο.
Το καλό με τις κλίκες των ελλήνων εφήβων είναι ότι είναι το ακριβώς αντίθετο από τις κάστες της Ινδίας. Μεταφέρεσαι άνετα από τη μια κλίκα στην άλλη, ανεβαίνεις επίπεδα πανεύκολα (λεφτά να έχεις μόνο για να αποκτήσεις και τα κατάλληλα απαραίτητα αξεσουάρ -βλέπε i-phone και ξυραφάκια για χαρακές. Ρε i-st0n.aguriCt0.riii ) και τέλος διαπιστώνεις ότι όπως κι αν ντύνεσαι ή ότι μουσική κι αν ακούς παντού θα σου συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο. Και το χειρότερο είναι ότι τα ίδια και χειρότερα σου επιφυλάσσει η κοινωνία των "μεγάλων", ξέρεις ντε, των ώριμων. Οπότε καλά κάνεις και μπαίνεις στο κλίμα σιγά σιγά. 
 Φυσικά δε λέω ότι εγώ δεν υπήρξα ή δεν είμαι θύμα της μαζοποίησης, της πολτοποίησης κάθε εκγεφαλικού κυττάρου από τα ΜΜΕ ή ότι δεν υπήρξα κάποτε σε κάποια από αυτές τις κατηγορίες, και φυσικά δε μπορείς ποτέ να ξέρεις τι επιφυλάσσει το μέλλον. Για όλους μας μιλάω, κανείς δεν είναι καταδικασμένος να μείνει σε ένα στάδιο-με μια ταμπέλα για πάντα, είπαμε δεν έχουμε τις κάστες της Ινδίας! Αν και πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το όνομα, που λέει κι ο σοφός λαός.
Αυτά από μένα, θα επανέλθω σύντομα στα γνωστά καταθλιπτικά κείμενά μου. Απλά ρε φίλε δε μπορώ άλλο με τόση υποκρισία και ψευτιά που υπάρχει γύρω μου.





 Καληνύχτα !

Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2012

Εισιτήρια στην τσέπη μου και πράγματι ταξιδεύει η σκέψη μου...

-Τέλειωσε;
-Ναι, έφυγε, μα θα ξανάρθει.
-Δε θα είναι το ίδιο. Δεν πρέπει να είναι το ίδιο, όσο κι αν θέλεις κάποιες στιγμές να τις ξαναζήσεις.
-Κράτα τις ως αναμνήσεις.
-Δε θέλω. Δε θέλω να σκέφτομαι ότι τέλειωσε, όπως όλα τελειώνουν.
-Είτε θέλεις είτε όχι κάποια στιγμή θα το συνειδητοποιήσεις. Είτε η στιγμή αυτή είναι η μέρα της πρώτης φθινοπωρινής βροχής, είτε η στιγμή που θα ξανακαθίσεις σε θρανίο, είτε όταν θ'αρχίσεις να τρέχεις πάλι και να μην προλαβαίνεις τίποτα, πόσο μάλλον να αντιληφθείς τις στιγμές που περνάνε. Ίσως πάλι να'ναι ημέρα Σάββατο, να βρεθείς στο κέντρο της λατρεμένης πόλης και να επαναλαμβάνεις τη συνηθισμένη ρουτίνα, κινήσεις ίδιες κι απαράλλαχτες, μέρη συνηθισμένα - μόνο που τώρα κάποιοι κάτι θα λείπει.
-Μελαγχολώ στη σκέψη, ξέρεις. 
-Θα συνηθίσεις.
-Δε θέλω να συνηθίσω. Φοβάμαι τη δύναμη της συνήθειας.
-Νόμιζα ότι φοβόσουν μόνο τον εαυτό σου.
-Κάποτε φοβόμουν πολύ λιγότερο, φοβόμουν άτομα ή καταστάσεις. 
-Τώρα τι άλλαξε;
-Τώρα φοβάμαι συνθήκες και συναισθήματα. Κι αυτό το συν. Το βλέπω κι ανατριχιάζω. Συνάνθρωπος, κάποιος για τον οποίο έχεις πάψει να νοιάζεσαι. Συναίσθηση, κάτι χαμένο εδώ και καιρό. Συνείδηση, κάτι πολύ βαρύ που δεν μπορείς να κουβαλήσεις πια. Συζήτηση, κάτι που σου λείπει ίσως; Λέξεις απλές. Που όταν προσθέσεις αυτό το συν αποκτούν τόση δύναμη. Η δύναμη του "μαζί".
-Φοβάσαι το μαζί ;
-Όχι, είναι ωραία λέξη, εύηχη. Θυμίζει ύφασμα, ή πέτρωμα. Κάτι πολύτιμο σίγουρα, κάτι που αξίζει να φυλαχτεί για να μείνει ανέπαφο από τα υπόλοιπα συν,  απ'τις συνθήκες, τις συνέπειες, τις συνολικές μεταβολές, τις συμβουλές, τους συμβιβασμούς, τις τρισύλλαβες φράσεις που χάνουν το νόημά τους -σ'αγαπώ, σε θέλω, μου λείπεις, πού είσαι, μη φύγεις, να φύγεις!, δεν ξέρω, δεν ξέρω, δεν ξέρω...τι θέλω;- . Όλα αυτά τα συν ζηλεύουν το μαζί. Γιατί αυτό στέκει μόνο του στο λόγο -μα και στις πράξεις-, έχει ισχύ κι υπόσταση, γι αυτό θέλουν να το καταστρέψουν.
-Και δυστυχώς τα καταφέρνουν τόσο συχνά.
 

Όμορφη κι η τελευταία αυγουστιάτικη πανσέληνος, αν και προσωπικά θα προτιμήσω την πρώτη. Ειδικά όταν πρωτοβγήκε το φεγγάρι της αρχής του Αυγούστου ήταν πολύ όμορφο, κι η μέρα εκείνη στενάχωρη, μα το αποτέλεσμά της όμορφο.
Καλό μήνα, λοιπόν, να έχουμε ένα όμορφο Φθινόπωρο.


Υ.Γ.Σήμερα άδειαζα την τσάντα μου, ταχτοποιούσα γενικά, και κάθε τρεις και λίγο έβρισκα εισιτήρια του κτελ, αποδείξεις από καταστήματα εκτός πόλης, και διάφορα -φαινομενικά άχρηστα και χωρίς αξία- αντικείμενα. Αν ήμουν πιο ευσυγκίνητη ξέρω ότι θα είχα δακρύσει.