Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

under the hat?


"Any feelings left for me?" he asked while offering her a cigarette.
"No feelings left for anybody"_ she replied while looking  straight into his light blue eyes.
She gently took his cigarette and pressed it on the floor with her fingers. Turning her eyes to the sea, she added "Feelings are for the innocent ones, for those who haven't been hurt. And I mean, truly hurt. When you grow up, you'll understand". He tried to kiss her, on a romantic way, but she turned her face away and started unzipping her dress,ready to feel used, without feelings getting involved. 
"I'm not a child, you just don't wanna let me show you how mature I can be" he said, anger and sadness all over his face.
"That's what i'm talking about" . She left him alone in the cold bedroom.
He was almost devastated. How dare she tell him that he hadn't been hurt?


Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2012

Κανελάδα

Κι όμως, ξέρω να χάνω πολύ περισσότερο απ'όσο φαίνεται,αλήθεια.
Σε σημείο που κάποιες φορές τα παρατάω πριν καν επέλθει η ήττα μου, ή έτσι έκανα παλιότερα.
Όσο κι αν με εμποδίζει ο εγωισμός μου,έχω μάθει να χάνω. Συγκεκριμένα, ήταν από τα πρώτα πράγματα που έμαθα, μετά το περπάτημα και την ομιλία.Επίσης, μου λένε ότι παρεξηγώ πολύ εύκολα, κάτι που ισχύει. Προσπαθώ να το βελτιώσω αλλά καταλήγω μόνο να το κρύβω μέσα μου, τουλάχιστον δε βγαίνει προς τα έξω. 
Όμως, τι γίνεται όταν παρεξηγείς εσύ και νομίζεις πως δεν ξέρω να χάνω;
Αν δεν ήξερα να χάνω θα σε παρεξηγούσα, θα παρεξηγούσα οποιοδήποτε αστείο, θα τα 'παιρνα όλα στραβά. Στη ζωή πρέπει να μάθεις να αποδέχεσαι την ήττα σου,τελικά, αλλά όχι να την περιμένεις. Να παλεύεις για να μην επέλθει αυτή, αλλά όταν τελικά τη συναντήσεις να διδαχτείς από αυτή για να μπορέσεις να αναγεννηθείς από τις στάχτες σου, δυνατότερος, βελτιωμένος, καλύτερος άνθρωπος.
Τις τελευταίες μέρες τρέχω πολύ. Τη μια κυνηγάω κάτι -ένα λεωφορείο ή ένα όνειρο, κάποιο άτομο ή το κομμάτι του εαυτού μου που έχω χάσει- την άλλη πρέπει να ξεφύγω -από τους περιορισμούς κι όσα έχω παραβεί ή από κάποιον που κυνηγάει εμένα,ίσως όμως και απ'τον ίδιο τον εαυτό και τις σκέψεις μου-.
Τις τελευταίες μέρες παρατηρώ γύρω στις μία μετά τα μεσάνυχτα τον ουρανό από το μπαλκόνι μου. Τα τελευταία βράδια, μάλλον. Πολλά βράδια, μάλλον. Ξέρεις, νομίζω ότι στο σημείο που ενώνεται ο ουρανός με τις στέγες των σπιτιών εμφανίζεται μια ελαφριά μωβ γραμμή. Φαίνεται λες και τα αστέρια βρίσκονται σ'ένα βιολετί πέπλο που ανεμίζει και τα κάνει να τρεμοπαίζουν. Κι όμως δεν αναβοσβήνουν πραγματικά, έτσι φαίνεται σε εμάς,να ξέρεις. Είναι μια παραίσθηση του ματιού, σαν αυτές που δημιουργούνται όταν νομίζεις ότι επιτέλους είδες αυτό που αναζητάς, μόνο και μόνο για να απογοητευτείς συνειδητοποιώντας την αλήθεια.
Τέλος, οι τελευταίες μέρες αφήνουν εικόνες στο μυαλό μου, μπερδεμένες μεταξύ τους αλλά ταυτόχρονα πλεγμένες αρμονικά, με τρόπο τέτοιο που να σου αφήνουν ένα νοσταλγικό χαμόγελο στα χείλη. Εικόνες.
Ατέλειωτες ώρες με παιχνίδια στο τάβλι. Έξι κορίτσια, εμείς, να τσακωνόμαστε ένα στρώμα θαλάσσης, η μια να ρίχνει την άλλη στο νερό και να γελάμε όλες μαζί. Άψητα "al dente" μακαρόνια. Η συναυλία του Μαχαιρίτσα και του Πασχαλίδη που δεν πήγα, αλλά κι αυτή του Παπακωσταντίνου και των Κίτρινων ποδηλάτων όπου παρευρέθηκα. Φωτιά, κι ένα φλεγόμενο ξύλο στο πόδι της Σοφίας. Η αγγλική προφορά της Ηλέκτρας που τόσο μου λείπει. Ένα πάρτυ εκατό+ ατόμων και μυρωδιά αλκοόλ και αργιλέ. Σφουγγάρισμα, κι άλλο σφουγγάρισμα. Κλικ , ο ήχος του κλείστρου της φωτογραφικής μου. Η Ειρήνη να γελάει στη θάλασσα της Λυγαριάς καθώς παίζουμε το ίδιο παιχνίδι πάνω από τρεις ώρες. Κτελ για Σταλίδα ή Γούβες. Μία αχρησιμοποίητη πισίνα ολυμπιακών προδιαγραφών. Πάρτυ στην παραλία. Ψάθινα καπέλα της Μπογιάννας και της Λίλυς, η Αλίκη να γελάει. Η Καλλιόπη και η Εύη να συζητούν για κορεάτικα. Η Ειρήνη να φοράει πάντα μπλούζες καλοκαιρινές, με τον ένα ώμο έξω. Τα μπλε μαλλιά της Σοφίας. Μπουγέλο στην ταράτσα της Φιλίας. Ο Ορέστης με σκουλαρίκι στο φρύδι. Η Φιλία φορώντας γυαλιά ξανά. Ο Νίκος να διαμαρτύρεται ότι τον γράφω και να με σηκώνει στον αέρα. Τάβλι, κι άλλο τάβλι.Μπισκότο. Ο Γιάννης με κόκκινα μάγουλα να προσπαθεί να μου εξηγήσει ότι έχω άδικο ενώ γελάει. Το ξεκούραστο πια, και πραγματικό,χαμόγελο του Βασίλη. Τα σχόλιά του και η "κακία" του που με νευριάζουν τόσο και θέλω να τον δείρω και να τον αγκαλιάσω την ίδια στιγμή, ενώ φοβάμαι, φοβάμαι αυτό που έλεγα πριν, παρεξηγήσεις. Πάντα ο κόσμος παρεξηγεί. Να κάνω μάθημα κιθάρας στον Ορέστη.Ο τύπος με τα στρετς που παίζει ακορντεόν στα λιοντάρια, και μετά στην 25ης Αυγούστου. Κανελάδα κι η φωνή του Θηβαίου.Φλασάκια παντού.
Τρέχεις να προλάβεις το ταξί. 
Ο ήχος του τηλεφώνου.
Όμορφο το καλοκαίρι, κι ας παραπονιέμαι ότι βαριέμαι. 
Κι ας κάνει ζέστη.
Ξέρω ότι όταν χαμογελάω πια το κάνω γιατί το θέλω, το νιώθω.

Τρίτη, 24 Ιουλίου 2012

Νόστιμον Ήμαρ ( Η μέρα της επιστροφής)


Υπάρχουν κάποια άτομα που είναι σε θέση να σου προσφέρουν τόσο όμορφες συζητήσεις, να σε καταλάβουν απόλυτα. Κάποιοι που έχουν τόσο ίδια ή τόσο διαφορετική άποψη για τη ζωή και τις καταστάσεις, όλοι τόσο διαφορετικοί. Περνούν όλοι απ'τη ζωή σου, κανένας δε μοιάζει με τον άλλο, ο καθένας είναι τόσο υπέροχα μοναδικός με τον τρόπο του, κι εδω ταιριάζει να συμπληρώσω ότι αντιλαμβανόμαστε την υπεροχή αυτή μόνο μετά που θα τους χάσουμε. Αλλά για να χάσουμε κάποιον/κάτι φταίμε κι εμείς, και το μερίδιο ευθύνης μας είναι μεγάλο.
Δεν τους προσέξαμε αρκετά, πάντα φροντίζαμε να φαινόμαστε τέλειοι μπροστά τους, να φαινόμαστε όπως θέλουμε να μας δουν. Κάναμε ότι εκείνοι περίμεναν από εμάς, αν και συχνά αυτό ταυτιζόταν με αυτό που θέλουμε. Αλλά τι γίνεται όταν δεν ταυτίζονται αυτές οι επιθυμίες;
Ενεργούμε αυθόρμητα;
Ζητάμε απόψεις;
Κάνουμε υποθετικά σενάρια;
Κάτι από αυτά σίγουρα, και τέλος όλα αυτά μαζί.
Και μετά σκέφτεσαι ότι η ζωή είναι μια συλλογή στιγμών, δε θυμάσαι την υπερανάλυση και τις σκέψεις σου πριν απ'τις στιγμές, δε θυμάσαι τους φόβους ή τους δισταγμούς και τις προσδοκίες σου. Θυμάσαι μόνο τα γεγονότα, τις εικόνες, ίσως και τη μουσική που υπήρχε στο μπακγκράουντ ή τις ομιλίες που ακούγονταν χαμηλόφωνα στην καφετέρια. Μπορεί να θυμάσαι και κάποιες μικρολεπτομέρειες του χώρου που πρόσεξες όταν απέφευγες τα μάτια του άλλου, όταν υποτίθεται ότι σκεφτόσουν τι θα απαντήσεις, τι θα πεις, μα εσύ απλά περίμενες, εσύ είχες ακόμα στο μυαλό σου το τέλειο σενάριο και προσπαθούσες να οδηγήσεις τα γεγονότα εκεί.
Είναι μια κοπέλα που γράφει για τη θάλασσα. Μ'αρέσει να διαβάζω όσα γράφει, νιώθω ότι με καταλαβαίνει, ότι βγάζει απ'το μυαλό μου όσα θέλω να πω αλλά μ'ένα τρόπο μαγικό. Ίσως και να ταυτίζομαι με τη θάλασσα ή και με την κοπέλα. Ίσως και να ταυτίζομαι γενικά με άτομα και καταστάσεις επειδή φοβάμαι να αφήσω κάποιον να με ακούσει πραγματικά. 
Φοβάμαι ότι θα ταυτιστεί μαζί μου, ότι θα μου πει ότι με καταλαβαίνει.
Ότι έχει περάσει τα ίδια ή παρόμοια κι ότι θα βρεθεί λύση.
Δε θέλω να βρεθεί λύση, δε θέλω να βρεθεί το όνειρο ή το ζητούμενο. 
Δε θέλω να βρεθεί τίποτα παραμόνο χρόνος. 
Χρόνος, χρόνος, χρόνος...
Φεύγει κι εμείς μένουμε, προσκολλούμαστε σε όσα έφυγαν, κοιτάμε πίσω με αποτέλεσμα να βλέπουμε την κάθε στιγμή μετά που θα έχει φύγει, να πιάνουμε μόνο την άκρη των χρωμάτων και των ήχων της. Φοβόμαστε να γυρίσουμε το κεφάλι εκατόν ογδόντα μοίρες, δεν πρέπει κι όλας, δεν πρέπει να ασχολούμαστε με το θα,θα,θα και τους υπόλοιπους μέλλοντες.
Γύρνα μόνο ενενήντα μοίρες, προσπάθησε, συγκεντρώσου.
Πρόσεξε τις στιγμές, τα άτομα, μην τα αφήνεις να γλιστράνε μόνο από μπροστά σου, γιατί θα τραβήξουν το βλέμα σου και πάλι αριστερά προς τα πίσω, στα παλιά, κι όλα θα χαθούν,πάλι...


Τρίτη, 17 Ιουλίου 2012

Αποπροσανατολισμός*

Νομίζω ότι παραπονιέμαι συνέχεια χωρίς λόγο, μόνο για να παραπονιέμαι. Αλλά μετά,όταν αρχίζω και σκέφτομαι, όταν αναλύω το γιατί δε νιώθω χαρούμενη, είναι λες και όλα ξαφνικά βγάζουν νόημα. Με βλέπετε χωρίς να με παρατηρείτε. Δε μπορείτε να με παρατηρήσετε. Παρατηρείτε μόνο τις ανάγκες σας, εκείνες που ξεκινούν και καταλήγουν στα λεφτά. Περιλαμβάνουν και την τηλεόραση και μερικούς καθημερινούς καβγάδες. Έτσι από συνήθεια,να μην ξεχνιόμαστε.
...
Έβαλε τα κλειδιά στην πόρτα.
-Πώς πέρασες;
-Καλά, εσείς τι κάνατε;
-Εδώ. Κι άλλες περικοπές λέει. Άργησες να γυρίσεις, πού θα πάει αυτή η κατάσταση πια; Έναν ιδιωτικό σοφέρ θέλεις! Ξέρεις πού έχει φτάσει η τιμή της βενζίνης; Μυρίζεις κάπνα πάλι, εμ βέβαια σε τέτοιους χώρους που πας! Το σπίτι σου δε σε βλέπει καθόλου πια. Κάτσε μια μέρα μέσα. Έχεις μπλεχτεί με τριάντα παρέες.Κλείσει λίγο τον κύκλο. Μάζεψε επιτέλους τα ρούχα σου...Στη ντουλάπα γίνεται χαμός! Μόνο απαιτήσεις έχεις. Μόνο ζητάς και περιμένεις. Τόσο εγωίστρια είσαι. 
-Συγγνώμη, Ζούσα.
Θα μπορούσαμε να ζούμε όλοι. Αλλά από τη στιγμή που δε θέλετε εσείς, γιατί να πρέπει κι εγώ να πεθάνω μαζί σας; Με βλέπετε χωρίς να με παρατηρείτε. Αλλάζω. Δεν είμαι τόσο εγωίστρια, απλά, να, δεν έχω καθόλου αυτοπεποίθηση και προσπαθώ να το κρύβω. Είμαι ανασφαλής επίσης, αλλά δε νοιάζεστε για να μου προσφέρετε ασφάλεια, συναισθηματική. Θέλω να σας εμπιστευυτώ,αλλά αντί να ανοίξετε το μυαλό σας αναμασάτε τις ίδιες παρατηρήσεις με το ίδιο υποτιμητικό βλέμμα. Τι να κάνω εδώ μέσα; Να κοιτάω είτε την οθόνη, είτε τους τοίχους, είτε τις μάσκες σας; Τι πρέπει να κάνω για να με προσέξετε και να θελήσετε να με γνωρίσετε πραγματικά;
 ...
-Πες μου ένα προτέρημά μου.
-Παράτα με, δεν είναι ώρα για βλακείες. Δε βλέπεις ότι βιάζομαι;
Βιασύνη, αυτό είναι πια η ζωή μας.
 ...
-Γιατί δε φοράς πια το ρολόι σου έξω από το σπίτι;
-Επειδή φοράω βραχιόλια τελευταία.
Επειδή βαρέθηκα να μετράω τα δευτερόλεπτα που μου απομένουν για να περάσω καλά. Βαρέθηκα να μετράω πόσο χρόνο ζωής έχω ακόμα κάθε μέρα. Κι όλοι είναι περαστικοί, γι αυτό έχω τριάντα παρέες. Επειδή όσο κι αν αγαπιόμαστε κάποτε χωριστά θα καταλήξουμε.
Η ανασφάλεια, που λέγαμε, μου βγαίνει σε κοινωνικότητα.
Η έλλειψη αυτοπεποίθησης σε εγωισμό, αλλά όχι ατομιστικά ακριβώς.
Η αδιαφορία σας με κάνει να εκτιμώ αυτούς που νοιάζονται για μένα.
Οι απαιτήσεις σας κι όσα δε θέλετε να καταλάβετε με οδηγούν έξω, με απομακρύνουν από εδώ, με οδηγούν στη ζωή. Ξέρεις, στον έξω κόσμο.
Κι ο τόσο συχνός πια θυμός, τα νεύρα σας, με κάνουν ν'αγαπάω όλο και πιο πολύ τη ζωή μου.
Και κάποτε νόμιζα ότι δε μπορώ να αγαπήσω, να φανταστείς...




Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

Παγάκια

Σταλίδα, 14/07/'12

Πριν λίγες μέρες είχα ξεκινήσει να γράφω ένα κείμενο χρησιμοποιώντας τη φράση "Φαντάσου ότι κάποιος αφήνει παγάκια να κυλήσουν στη σπονδυλική σου στήλη". Μετά τσαλάκωσα το χαρτί και το έκαψα. Χτες, την ώρα που ήμουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, έτοιμη να κοιμηθώ, σχεδόν σε λήθαργο, το ένιωσα. Παγάκια κυλούσαν στην πλάτη μου, είχα ανατριχιάσει, τσίριζα, κι όλα αυτά στο ίδιο κλάσμα του δευτερολέπτου. Το κείμενό μου συνέχιζε ως εξής " Γυρνάς από την άλλη πλευρά για να κοιτάξεις το θύτη, γελάς παρανο'ι'κά ένω ξεκινάς να τρέχεις". Γύρισα να κοιτάξω ποιος είχε βάλει παγάκια στην πλάτη μου, ξεκίνησα να γελάω αλλά δε μπόρεσα να τρέξω. Κάποια τσίριζε. Πάγωσα ακόμα περισσότερο στον επόμενο ήχο, το τρίξιμο του κρεβατιού που έγινε χωρίς εγώ να έχω κινηθεί. Ένα τρίξιμο που υποδήλωνε βίαιες κινήσεις. Λίγα δευτερόλεπτα μετά βρισκόταν πάνω μου, αυτή τη φορά με μία ολόκληρη σακούλα παγάκια, τα οποία άφησε να κυλήσουν στην πλάτη μου. Τσίριζα. Κι κάποια γελούσε.
Καλημέρα.

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2012

Συμβιβάζεσαι, αυτό κάνεις όσο περνάει ο καιρός.

-Μα είναι πέντε το πρωί, ποιος ο λόγος να με ξυπνήσεις από τώρα; Και να απαιτείς και να σηκωθώ από το κρεβάτι μου!
-Πρώτον, είναι κρεβάτι μου, και δεύτερον σήκω αυτή τη στιγμή, πρέπει να δεις κάτι!
Σηκώθηκε βιαστικά παίρνοντας το γαλάζιο σεντόνι μαζί της και άνοιξε την πόρτα του μπάνιου.
-Δεν προλαβαίνουμε κοριτσάκι, έλα πρέπει να φύγουμε!
Εκείνη άρχισε να ψάχνει τα ρούχα της από το προηγούμενο βράδυ και ξαφνικά της φάνηκε γελοίο να πρέπει να πάει στο κάπου πρωινιάτικα με τακούνια κι ένα σέξυ μαύρο βραδινό φόρεμα, κι έτσι έβαλε απλά ένα λευκό κοντομάνικο μπλουζάκι και μια βερμούδα του, φορεμένα ήδη, ποτισμένα ιδρώτα.
-Βάζε κανένα πλυντήριο που και που! 
Τον ακολούθησε στο κλιμακοστάσιο κλείνοντας την πόρτα πίσω της και ξεκινώντας να ανεβαίνει τις σκάλες.
-Μα πού πάμε; Το καλό που σου θέλω μη με βάλεις να απλώνω ρούχα στην ταράτσα πρωινιάτικα, είπε τρίβοντας τα μάτια της.
Την τράβηξε από το χέρι και την έφερε κοντά του. Από την ταράτσα της πολυκατοικίας φαινόταν ένα τόσο μεγάλο μέρος της Αθήνας που ξυπνούσε. Κι εκεί, τη στιγμή που εμφανίστικε η πρώτη ακτίνα φωτός, το πήρε απόφαση, έπρεπε να της πει εκείνη την πρόταση που είχε κυριεύσει τόσο καιρό το μυαλό του, εκείνη την επιθυμία που δεν τον άφηνε να σκεφτεί τίποτα άλλο βδομάδες ολόκληρες!
-Θέλω να γυρίσω στο Ηράκλειο. Και θέλω να έρθεις μαζί μου. Σε λίγες μέρες παίρνεις πτυχίο, δεν υπάρχει λόγος να μείνουμε εδώ.
-Καλά και γιατί με έφερες εδώ πάνω πρωινιάτικα για να μου πεις αυτό ; Κατ'αρχάς θέλει συζήτηση και οργάνωση το όλο θέμα, επίσης δε μπορούμε να τα αφήσουμε όλα εδώ και απλά να φύγουμε και να γυρίσουμε στο Ηράκλ~
Την έκοψε καθώς τη σήκωνε στα χέρια του και άρχισε να στριφογυρνάει.
-Μπορούμε αρκεί να το θέλεις, κι αν δε θέλεις απλά θα σε πετάξω στο δρόμο.
Άρχισε να τη γαργαλάει κι εκείνη τσίριζε, τσίριζε, τσίριζε...
~
-Βιολέττα! Με ακούς ; Ηρέμησε! Ένας εφιάλτης ήταν, τώρα πέρασε. Όλα είναι εντάξει.
-Όχι δεν ήταν, ήταν ένα υπέροχο όνειρο, Μάρκο.
- Καλά εντάξει, πρέπει να φύγω για τη δουλειά γιατί μετά θα πιάσει κίνηση. Καλημέρα!
Είπε κλείνοντας την πόρτα πίσω του.

Η Βιολέττα σηκώθηκε αργά, τύλιξε το γαλάζιο σεντόνι γύρω της και βγήκε στο μπαλκόνι κοιτάζοντας μόνη την ανατολή..

Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

am I still in your head?



Well, that's what happens in the beginning of the day,too.
As for personality, most of the people in your life won't even care enough to start to know you.
Cause that's how human nature is. 
We're constantly talking about how important being a kind person is,
we usually admire those characters in films or books 
and we decide to believe that it's impossible to find them in real life.
Maybe it is.
But this should make us wanna become those persons, the kind and good ones and not complain about not being able to find any of them.
Even if we ever find'em but their appearance doesn't fully sattisfy us we wouldn't even stop and look at them twice.
You wanna know why?
Because we've been -and will always be- looking for the beautiful things and we're just too blind to see beauty without having to use our sight.

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2012

άνθρωπος κυνηγά το άπιαστο, πληροφορίες εντός

Περπατούσα μόνη μου, βράδυ.
Όχι δε φοβόμουν, ούτε μου έλειπαν τα ακουστικά μου.
Κι ούτε η παρέα μου έλειπε, αν και την έψαχνα.
Άκουγα την πόλη, τα αυτοκίνητα, τις φωνές, τις βρισιές των μεταναστών.
Με ενοχλούσαν τα φώτα κι η βρομιά παντού.
Με ενοχλούσαν οι άνθρωποι που έκαναν σαν καθυστερημένοι, τι κι αν διασκέδαζαν;
Με ενοχλούσα κυρίως εγώ, πάντα με ενοχλώ.
Μου φαινόμουν αταίριαστη με το σκηνικό, υπερβολικά άδεια.
Μου φαινόμουν συναισθηματική,πληγωμένη χωρίς λόγο, σαν να ψάχνω κάτι.
Σαν να αναζητώ μόνιμα κάτι, να έχω βαρεθεί οτιδήποτε, να θέλω να βρω ενδιαφέρον σε οτιδήποτε.
Απλά οι ανθρώπινες σχέσεις είναι όλες τόσο ψεύτικες.
Κίβδηλες, κάλπικες ... Κατεστραμένοι δεν είμαστε όλοι;
Φοβόμαστε, ψάχνουμε δικαιολογίες για όλα.Κλεινόμαστε στους εαυτούς μας επειδή δε θέλουμε να πληγωθούμε αλλά πληγώνουμε άλλους από επιλογή.
Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί νιώθουμε τόσο άδειοι.
Επειδή φοβόμαστε να τολμήσουμε; Δικαιολογίες. Κι αφού τολμήσεις πάλι άδειος θα νιώθεις.
Ποτέ ολόκληρος, πάντα κάτι θα λείπει, πάντα θα το ψάχνεις κι εκεί που θα νομίζεις ότι θα το έχεις βρει, κι ίσως αλήθεια θα το έχεις βρει, θα καταλάβεις πόσο άπιαστο είναι.
Θα αντιληφθείς ότι πάντα θα το κυνηγάς αλλά ποτέ δε θα το πιάνεις.
Τουλάχιστον κάποιοι κυνηγούν υλικά αγαθά,αυτοί απλά αλλοτριώνονται.
Εκείνοι όμως που κυνηγούν συναισθήματα;
Εκείνοι που κυνηγούν άτομα και καταστάσεις;
Εκείνοι που ονειρεύονται, προσπαθούν, παλεύουν, μα πάντα μόνοι φροντίζουν τις ανοιχτές πληγές τους;
Αυτοί, αγάπη μου, αργά ή γρήγορα τρελαίνονται απ'την επιθυμία,δίνονται ολοκληρωτικά στο παιχνίδι και χάνουν. Ίσως τους το πάρει και διπλό η ζωή.
Το λέει κι ένα τραγούδι που μας μάθαιναν παλιά, ο χαμένος τα παίρνει όλα.
Δηλαδή νικάει; Κατακτάει το άπιαστο;
-Σου δίνω μία στις εκατό πιθανότητες να κάνει κάτι μαζί σου. Σκέψου λογικά, ξύπνα.
Έχασα μία φορά, δε δικαιούμαι να τα πάρω όλα τώρα;
Και να ξαναχάσω, δε θα το δικαιούμαι περισσότερο;
Τελικά δεν πρέπει να μένω μόνη μου γιατί αρχίζω και σκέφτομαι.
Δεν πρέπει να σκέφτομαι, φοβάμαι τα παιχνίδια του μυαλού μου, και πάντα καταλήγω με αυτό το συναίσθημα, το απροσδιόριστο.
Μα κάπου βαθιά μέσα μου νιώθω, ξέρεις, κενή.